Το MacBook Pro αποτελεί μία από τις πλέον διαχρονικές σειρές laptops στον κόσμο. Μετρώντας περίπου 15 χρόνια ιστορίας, συνεχίζει να εισάγει με τον ίδιο ρυθμό καινοτομίες, καλύπτοντας τις ανάγκες ακόμα και των πλέον απαιτητικών επαγγελματιών. Πώς ξεκίνησαν όλα όμως και με ποιον τρόπο διαμορφώθηκε μέσα στις δύο τελευταίες δεκαετίες ο χαρακτήρας του δημοφιλέστερου επαγγελματικού φορητού στον κόσμο;

Το κουτί με τις καινοτομίες

Τον Ιανουάριο του 2006 ο θρυλικός Steve Jobs παρουσίαζε το πρώτο μοντέλο της σειράς. Το MacBook Pro ήταν το λεπτότερο, ελαφρύτερο και συνάμα ταχύτερο φορητό σύστημα που είχε σχεδιάσει μέχρι τότε η Apple. Παράλληλα ήταν και το πρώτο που απαρνήθηκε την αρχιτεκτονική PowerPC περνώντας σε εκείνη της Intel, αφού ο Jobs θεωρούσε ότι εκεί βρισκόταν το μέλλον της εταιρείας του. Σε αυτό το τελευταίο μάλιστα η Apple θέλησε να δώσει επιπλέον έμφαση, αφαιρώντας το “PowerBook” από το όνομα της συσκευής (μέχρι τότε, όλα τα laptops της από το 1991 ονομάζονταν έτσι).

Το πρώτο MacBook Pro ήταν ένα σύστημα που δε φοβήθηκε να ξεφύγει από τα όσα είχε παρουσιάσει μέχρι τότε η Apple. Θυμήσου, ήμασταν στο 2006, εποχή που δεν υπήρχαν ούτε iPhone, ούτε iPad και η εταιρεία δε διέθετε σε καμία περίπτωση το σημερινό της προφίλ. Σύμφωνοι, ήταν ακριβό ($1.999 η φθηνή του εκδοχή, $2.499 η ακριβότερη) αλλά ερχόταν με επεξεργαστή Intel Core Duo (τέσσερις φορές ισχυρότερος απ’ ό,τι αυτός του PowerBook G4), πληκτρολόγιο με οπίσθιο φωτισμό, μαγνητικό φορτιστή MagSafe, 67% φωτεινότερη οθόνη, trackpad με δυνατότητα scrolling και όλα αυτά βρίσκονταν σε ένα εντυπωσιακό σώμα αλουμινίου.

Η Apple λάνσαρε (για πρώτη φορά μάλιστα) και δεύτερο μοντέλο MacBook Pro στις 17 ίντσες (το αρχικό ήταν στις 15,4) λίγους μήνες αργότερα αλλά η αρχή είχε ήδη γίνει. Ο Τύπος ενθουσιάστηκε μαζί του και οι κριτικές που απέσπασε ήταν στην πλειοψηφία τους διθυραμβικές. Την παράσταση έκλεψαν βέβαια η οθόνη και η τεχνολογία MagSafe αλλά σημασία έχει πως το MacBook Pro είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού, εικόνα που άρχισε να αποτυπώνεται άμεσα στην αγορά. Από τα μέσα του 2006 οι πωλήσεις πήραν την ανηφόρα και δεν κοίταξαν ποτέ ξανά πίσω, φτάνοντας να διπλασιαστούν μέχρι τα τέλη της ίδιας χρονιάς.

Στην εποχή του unibody

Η δεύτερη γενιά MacBook Pro κυκλοφόρησε το 2008 και ξεχώριζε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από την προηγούμενη χάρη στο περίφημο unibody design της. Η Apple εκμεταλλεύτηκε την πρόοδο που είχε σημειώσει την τελευταία διετία με τα MacBook και MacBook Air και έτσι δημιούργησε ένα ενιαίο σώμα αλουμινίου για το νέο της MacBook Pro. Ελαφρύτερο από τον προκάτοχό του, με wide οθόνη 15,4 ιντσών (αργότερα είχαμε μοντέλα στις 17 και 13,3 ίντσες) και μεγαλύτερο touchpad, τουλάχιστον στην αρχή.

Η εταιρεία, βλέπεις, συνέχισε να αναπτύσσει τη δεύτερη γενιά MacBook Pro για τέσσερα ακόμη χρόνια, βελτιώνοντας την ανάλυση της οθόνης, ενσωματώνοντας FaceTime HD κάμερα και λειτουργία scrolling που παρέπεμπε σε iPhone και iPad, αντικαθιστώντας τους Intel Core 2 Duo με τους καινούριους Core i5 και Core i7, προσθέτοντας Thunderbolt, αναβαθμίζοντας τεχνολογίες όπως SATA (από SATA II σε SATA III), USB (από USB 2.0 σε USB 3.0) και Bluetooth (από Bluetooth 2.1 σε Bluetooth 4.0) και ενισχύοντας τη μπαταρία λιθίου.

Εμπειρία Retina

Δύο χρόνια μετά το iPhone (με το iPhone 4, αν θυμάσαι) και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 2012, ήρθε και η ώρα του MacBook Pro να καλωσορίσει την τεχνολογία Retina. Η οθόνη του συστήματος ήταν το highlight της τρίτης γενιάς. Η ανάλυση των 2880×1800 pixels στις 15,4 ίντσες είχε ως αποτέλεσμα μία εκπληκτική εμπειρία θέασης που όμοιά της δεν μπορούσε να προσφέρει κανένα άλλο φορητό σύστημα. Τύπος και κοινό αποθέωσαν το MacBook Pro τρίτης γενιάς, χαρακτηρίζοντάς το ως το καλύτερο μηχάνημα της Apple μέχρι εκείνη τη στιγμή -και εδώ που τα λέμε, άδικο δεν είχαν.

Το MacBook Pro τρίτης γενιάς ήταν προηγμένης τεχνολογίας σε σχέση με τον προκάτοχό του. Διέθετε τους καινούριους, πανίσχυρους Core i7 της Intel, δίσκο SSD αντί για HDD, δεύτερη θύρα Thunderbolt και HDMI καθώς και μία ανανεωμένη έκδοση της αρχικής μαγνητικής θύρας φόρτισης MagSafe, ενώ ερχόταν χωρίς οπτικό δίσκο -η Apple έγινε η πρώτη που «είδε» την τάση της αγοράς. Την επόμενη τριετία μάλιστα, το σύστημα συνέχισε να βελτιώνεται, μέσω φρεσκαρισμάτων στους επεξεργαστές και αναβαθμίσεων της RAM και του SSD.

Το Touch Bar που έκανε τη διαφορά

Απαράμιλλη ποιότητα κατασκευής, κορυφαία οθόνη, τεχνικά χαρακτηριστικά στην αιχμή της τεχνολογίας. Όταν το MacBook Pro τα έχει ήδη όλα αυτά, τι παραπάνω θα μπορούσε να προσθέσει στην τέταρτη γενιά του η Apple; Την απάντησε έδωσε το περίφημο Touch Bar, μία οριζόντια γραμμή OLED με τεχνολογία multitouch που βρισκόταν ακριβώς επάνω από το πληκτρολόγιο και προσαρμοζόταν στην εκάστοτε ενεργή εφαρμογή, αντικαθιστώντας τα πλήκτρα function. Σε συνδυασμό με τον αισθητήρα Touch ID, επέτρεψαν στο MacBook Pro να προσφέρει για άλλη μια φορά μία εμπειρία χρήσης τόσο καινοτόμο, όσο κανένα άλλο σύστημα, στην 25η επέτειο των φορητών της Apple.

Η τέταρτη γενιά MacBook Pro όμως δεν έμεινε εκεί. Ο σχεδιασμός των μοντέλων (στις 13,3 και τις 15,4 ίντσες, καθώς δεν υπήρξε μεγαλύτερου μεγέθους έκδοση) ήταν εξαιρετικά συμπαγής ενώ το βάρος είχε διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα (1,83 κιλά για την έκδοση των 15,4 ιντσών) σε βαθμό που η έκδοση χωρίς Touch Bar θύμιζε… MacBook Air! Η οθόνη πλέον υποστήριζε μεγαλύτερο χρωματικό εύρος (εφάμιλλο με εκείνο των iPhone 7/iPad Pro), η φόρτιση γινόταν μέσω USB-C, ο SSD είχε γίνει ακόμα πιο γρήγορος και τα ηχεία διέθεταν καλύτερο δυναμικό εύρος. Σε αυτά πρόσθεσε και το νέο χρώμα (space grey) στο οποίο διατίθετο το μηχάνημα και έχεις το απόλυτο επαγγελματικό σύστημα.

H «μαγεία» του πληκτρολογίου

Η πέμπτη κατά σειρά και πιο πρόσφατη γενιά MacBook Pro έκανε την εμφάνισή της στα τέλη του 2019 με ένα μοντέλο στις 16 ίντσες. Παρά τη μεγέθυνση της οθόνης κατά μισή περίπου ίντσα, οι διαστάσεις της συσκευής παρέμειναν σχεδόν οι ίδιες, απόρροια του ακόμα μικρότερου πλαισίου της πρώτης. Οι χρήστες δουλεύουν πλέον σε ανάλυση 3072×1920 pixels, απολαμβάνοντας την ισχύ ενός Core i7 ή Core i9 και τουλάχιστον 16 GB RAM. Η Apple μάλιστα ενσωμάτωσε στο πληκτρολόγιο τον μηχανισμό του Magic Keyboard της, προσφέροντας μία σημαντικά βελτιωμένη εμπειρία χρήσης για πιο άνετη, σταθερή και γρήγορη πληκτρολόγηση.

Μέσα στο 2020 η Apple κυκλοφόρησε ακόμα ένα μοντέλο, στις 13,3 ίντσες αυτή τη φορά αλλά με εξίσου εντυπωσιακή οθόνη Retina (2560×1600 pixels στα 227 ppi) με τεχνολογία True Tone. Εννοείται πως ενσωματώνει όλα τα «καλούδια» της μεγάλης έκδοσης (Magic Keyboard, Touch Bar, Touch ID) ενώ έρχεται με έως και 32 GB RAM και επεξεργαστές Core i5 και Core i7 10ης γενιάς. Η ακριβή του έκδοση μάλιστα, διαθέτει τρομακτικά γρήγορη RAM (LPDDR4X με χρονισμό 3733 MHz) και τέσσερις θύρες Thunderbolt 3 ενώ σε κάθε περίπτωση το βάρος του συστήματος δεν ξεπερνά τα 1,4 κιλά.

Τι κρύβει το μέλλον…;

Εδώ και 15 χρόνια, η Apple πρωτοπορεί, εξελίσσοντας διαρκώς το MacBook Pro προκειμένου αυτό να καλύπτει στο έπακρο τις ανάγκες του απαιτητικού επαγγελματία. Δεν αρκείται απλά σε ένα φρεσκάρισμα των τεχνικών του χαρακτηριστικών ή στην αντικατάσταση των υποσυστημάτων του με ό,τι νεότερο διατίθεται στην αγορά, αλλά καινοτομεί ουσιωδώς, εισάγοντας σταθερά νέα χαρακτηριστικά -σχεδιασμός unibody, Touch Bar, οθόνη Retina, θύρα MagSafe, Magic Keyboard κ.α. Η λογική λέει ότι θα συνεχίσει να το κάνει και στα χρόνια που έρχονται. Όσο για το τι μπορεί να μας ετοιμάζει; Μείνε συντονισμένος και ετοιμάσου να εκπλαγείς!

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο