Πρωί ξεκίνησαν από το χωριό. Τούρκικο στρατό δε θ’ αντάμωναν ως τη Νιάουσα, όπου, μηνυμένοι, τους περίμεναν οι Έλληνες. Και ως προς τους Βουλγάρους, ο Άγρας δεν τους λογάριαζε.

Πήραν πάλι τον ανήφορο. Μπροστά πήγαινε ο Αποστόλης και αμέσως πίσω του ο Άγρας.

Ο οδηγός ήταν ανήσυχος. Θαύμαζε τη μεγαλοψυχία του Αρχηγού, αλλά και φοβούνταν καμιά «μπρουσκάδα» στο δρόμο. Ήταν εύκολο να είχε στήσει μερικούς δολοφόνους εδώ κι εκεί ο γερο-Βούλγαρος, που από την παραμονή τη νύχτα είχε όλο τον καιρό να σηκώσει το χωριό. Μιας και φθάσουν στην ελληνική Νιάουσα, φόβο πια δεν είχαν. Μα στο μεταξύ, και Βουλγάρους αντάμωναν, και βουλγάρικα χωριά περνούσαν, και ξυλοκόποι οπλισμένοι έβγαιναν στο βουνό.

Τα μάτια του παντού γυρνούσαν, έψαχναν βράχους, χαμόδενδρα και πυκνοδεντριές, σταματούσαν σε κάθε σκιά, ξετρύπωναν κάθε αγρίμι, υποψιάζουνταν κάθε σούσουρο, ακόμα και του ανέμου μες στα κλαριά.

Κι έξαφνα ρίχθηκε μπρος στον Αρχηγό, σκεπάζοντάς τον με το σώμα του.

Την ίδια στιγμή, μια τουφεκιά έπεσε, κι ευθύς και δεύτερη, και μια σφαίρα τρύπησε την κάπα του καπετάν-Άγρα.

Μα οι άντρες είχαν δει τον καπνό μες στα χαμόδενδρα, είχαν ορμήσει, κι αιχμάλωτο έφεραν πάλι τον ίδιο γέρο της παραμονής εμπρός στον Αρχηγό τους.

—Γιατί το έκανες αυτό, παλιο-Βούλγαρε; του είπε με θυμό ο Άγρας.

—Για να σε σκοτώσω! αποκρίθηκε πάλι ο Βούλγαρος.

—Σκότωσέ με να σε δω! έκανε κοροϊδευτικά ο Άγρας, και του έτεινε το τουφέκι του.

Ευθύς το άρπαξε ο Βούλγαρος, έτοιμος να τραβήξει.

Με μια ξανάστροφη του πέταξε το τουφέκι από το χέρι ο Βασίλης, και τον έσυραν οι άντρες παράμερα.

—Δέσετέ τον πισθάγκωνα και φέρτε τον μαζί στη Νιάουσα, φώναξε ο Άγρας.

Και τράβηξε μπρος, με τον Αποστόλη και τον Τυλιγάδη.

Μα λίγα βήματα έκαναν, και πάλι μια τουφεκιά έσχισε την ήσυχη ατμόσφαιρα του βουνού.

Ο Άγρας στάθηκε ταραγμένος.

—Ποιος τραβά; φώναξε.

Μια στιγμή σιωπής ακολούθησε. Κι ένας-ένας βγήκαν από τους βάτους οι εύζωνοι και σίμωσαν.

—Ποιος τράβηξε; ρώτησε πάλι ο Άγρας.

Κανένας δεν αποκρίθηκε.

Γύρισε πίσω ο Άγρας και μπήκε στην πυκνοδεντριά όπου είχε ακουστεί η τουφεκιά.

Χάμω κοίτουνταν ο γερο-Βούλγαρος, με το κεφάλι τρυπημένο, και πλάγι του ο Βασίλης, με ματωμένα τα χέρια, τον συγύριζε, σταύρωνε τα χέρια του νεκρού στο στήθος του, και του έκλειε τα μάτια.

—Ποιος τον σκότωσε; φώναξε ο Άγρας έξω φρενών.

Ο Βασίλης σηκώθηκε.

—Εγώ, κύριε Αρχηγέ, αποκρίθηκε ήσυχα.

—Το είχα απαγορεύσει! Είπα να τον φέρετε στη Νιάουσα! αναφώνησε θυμωμένος ο Άγρας.

Χωρίς να υψώσει τη φωνή, ο Βασίλης είπε:

—Του έδωσες δίκαιο, κύριε Αρχηγέ, χθες, πως μας μισούσε. Γιατί, λέγει, σκότωσες το παιδί του. Και δεν ήξερες καν ποιος είναι, και αν αλήθεια του σκότωσες κανέναν. Τι να πω εγώ, που μου σκότωσε αυτός και μητέρα και γυναίκα, και ίσως και το παιδί μου;

—Τι λες! αναφώνησε ο Άγρας. Τον ξέρεις;

—Τον ξέρω. Τον ήξερα και αυτόν και το γιο του, που είχα ορκιστεί να τον σκοτώσω, και που μου πήρε την εκδίκησή μου ο Μανόλης ο Στενημαχίτης, ή κανένας σύντροφός του.

—Τούτος ο γέρος; Είναι ο πατέρας του Τόμαν Παζαρέντζε;

—Μάλιστα. Του χάρισες μια φορά τη ζωή. Και ως απάντηση, σκότωσε με άλλους, σαν και αυτόν, οκτώ ανύποπτα παιδιά του Τέχοβου.

—Το ξέρεις πως το έκανε αυτός, ο Τόμαν;

—Και αυτός, και ο πατέρας του, και όλο του το σόι! Μη λυπάσαι Βούλγαρο, κύριε Αρχηγέ. Όπου βρίσκεις έναν, πλάκωσέ του το κεφάλι, σα να ‘ταν φίδι!

Μιλούσε ο Βασίλης αργά, μα με μίσος τέτοιο που έτρεμε η φωνή του, και τα χείλια του, και τα μεγάλα χέρια του.

Πηνελόπη Δέλτα, «Στα μυστικά του βάλτου», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1977, σ. 289-291.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, η λίμνη των Γιαννιτσών αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πεδία των σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων.

Στο πασίγνωστο ιστορικό μυθιστόρημά της «Στα Μυστικά του Βάλτου» (1937), η λογοτέχνιδα Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941) αποτυπώνει τα δραματικά γεγονότα της περιόδου αυτής και μεταφέρει νοερά τους αναγνώστες στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα.

Εκεί, στη βαλτώδη λίμνη των Γιαννιτσών, ελληνικά αντάρτικα σώματα και βούλγαροι κομιτατζήδες συγκρούονται ανηλεώς ενόσω επιχειρούν να επιβάλουν την κυριαρχία τους στην περιοχή, υπό την ανοχή των Οθωμανών.

Η Δέλτα καταφέρνει να συνδυάσει υποδειγματικά τις πηγές και τα ιστορικά αρχεία με το μύθο, σε ένα κείμενο συνεκτικό και εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Οι γλαφυρές περιγραφές, οι μάχες, τα μυστήρια, οι αποδράσεις, οι προδοσίες και οι παγίδες του εχθρού ζωντανεύουν το κλίμα της εποχής και συναρπάζουν τους αναγνώστες του μυθιστορήματος.

Αυτοί παρακολουθούν τον ηρωικό αγώνα που δίνουν στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών δύο εξέχοντες Μακεδονομάχοι, ο καπετάν Άγρας (ο υπολοχαγός Τέλλος Άγρας ή Σαράντος Αγαπηνός, όπως ήταν το πραγματικό όνομά του) και ο καπετάν Νικηφόρος (ο ανθυποπλοίαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας), με την πολύτιμη συνδρομή δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιοβάν.

Η πόλη των Γιαννιτσών αποτίναξε τελικά τον αβάσταχτο ζυγό του κατακτητή στις 20 Οκτωβρίου 1912, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, όταν ο Ελληνικός Στρατός, έπειτα από διήμερη μάχη με τον Τουρκικό Στρατό (19/20 Οκτωβρίου 1912), απελευθέρωσε την ευρύτερη περιοχή.

Σε ανάμνηση της ιστορικής Μάχης των Γιαννιτσών και της απελευθέρωσης της πόλης από τον τουρκικό ζυγό ανεγέρθηκε το 1926 ηρώο του γλύπτη Γρηγορίου Ζευγώλη στην ανατολική είσοδο της πόλης, επί της Εγνατίας Οδού.

Πηγή: Δήμος Πέλλας

Η τριαδική, πυραμιδοειδής σύνθεση από ορείχαλκο, το Μαύρο Άγαλμα, όπως το αποκαλούν οι κάτοικοι της πόλης εξαιτίας του μελανού στιλβώματός του, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ελληνικής γλυπτικής του Μεσοπολέμου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο