Του Παναγιώτη Ροϊλού

Εχουμε περάσει εδώ και αρκετά χρόνια, τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, στην εποχή που, σε μία καινούργια μου μελέτη, ορίζω ως «νεομεσαιωνικό μετακαπιταλισμό». Δομές σκέψης και σύλληψης, διαχείρισης και παρουσίασης της πραγματικότητας που συνηθίζεται να συνδέουμε με τους λεγόμενους σκοτεινούς μέσους χρόνους αναδύονται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του πλανήτη από τη νάρκη στην οποία εδώ και δύο αιώνες περίπου τις είχε υποβάλει ο θετικισμός του 19ου αιώνα και η λίγο-πολύ σύγχρονή του βιομηχανική επανάσταση και τα ιδεολογικά συμπαρομαρτούντα της. Ο γάλλος μεσαιωνολόγος Ζακ Λε Γκοφ, αντιτιθέμενος σε καθεστηκυίες περιοδοποιήσεις, ισχυριζόταν ότι θα έπρεπε να μιλάμε για έναν «μακρύ μεσαίωνα» που, ξεκινώντας από την ύστερη αρχαιότητα, εξέλιπε με τη βιομηχανική επανάσταση τον 19ον αιώνα. Η λάμψη του διαφωτισμού και η αίγλη της επιστημονικής σκέψης διέλυσε τους σκοταδισμούς του παρελθόντος – αυτό ήταν το κυρίαρχο αφήγημα που είχε διαμορφώσει το φαντασιακό των λεγόμενων δυτικών κοινωνιών για δεκαετίες.

Τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, ωστόσο, όσον αφορά σε νοοτροπίες και τις γνωσιολογικές διαδικασίες μέσω των οποίων μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των «δυτικών» κοινωνιών, προσλαμβάνουν και εκτιμούν «το πραγματικό». Εδώ δεν είναι ο χώρος ούτε καν να συνοψίσω τα βασικότερα συμπεράσματα και τη διεπιστημονική μεθοδολογία της μελέτης μου που ανέφερα πριν, ούτε επακριβώς τι ορίζω ως «νεομεσαιωνικό μετακαπιταλισμό». Θα ήθελα να εστιασθώ  μόνο σε μία πολύ μικρή, αλλά σημαντική έκφανση αυτού που ονομάζω «νεομεσαιωνισμός» και, ακροθιγώς, σε κάποιες πτυχές της γενεαλογίας της: την εμπλοκή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού με την πολιτική σκέψη και πράξη σήμερα.

Πριν λίγες ημέρες ο Ντόναλντ Τραμπ εμπιστεύθηκε στο κοινό του σε μία μικρή πόλη της Μινεσότα έναν διάλογο που υποτίθεται ότι είχε με τον «Θεό». Αντικείμενο της συζήτησης αυτής; Η κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας και τα επιτεύγματα του προέδρου. Θα μπορούσε κανείς να προσπεράσει το περιστατικό αυτό ίσως σαν δείγμα ναρκισσευόμενου χιούμορ, αν δεν συνέτρεχαν βασικοί παράγοντες που μας επιτρέπουν ή μάλλον μας επιβάλλουν να διακρίνουμε κάποιες άλλες, πιο σοβαρές του διαστάσεις. Πρώτον, ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των υποστηρικτών του Τραμπ είναι οπαδοί συντηρητικότατων και ισχυρών αμερικανικών χριστιανικών κινημάτων που ελάχιστες αμφιβολίες θα είχαν περί της εγκυρότητας και ειλικρίνειας του διαπλανητικού αυτού διαλόγου του πλανητάρχη. Χαρακτηριστικά, μία εφημερίδα που ανήκει προφανώς σε αυτόν τον ιδεολογικό χώρο, αναφέρεται στην εν λόγω αφήγηση του αμερικανού προέδρου ως ένα είδος αποκαλυπτικής εμπειρίας («He revealed he spoke to God»). Μόλις πριν κάποιους μήνες, ένας στενότατος συνεργάτης του, μέλος της κυβέρνησής του, ισχυρίσθηκε ότι ο Θεός, που κατά τη γνώμη του, όπως και αρκετών άλλων του ίδιου περιβάλλοντος, εμπλέκεται στις καθ’ ημέραν κυβερνητικές υποθέσεις και τις επιβλέπει, «έχρισε» τον Ντόναλντ Τραμπ πρόεδρο, όπως είχε κάνει παλαιότερα με τον Δαβίδ και τον Σολομώντα. Το CNN δεν παρέλειψε να παρουσιάσει και να σχολιάσει τις απόψεις αυτές.

Πριν είκοσι περίπου χρόνια, το 2003, ο προκάτοχός του G. W. Bush, ανακοίνωνε στον Μαχμούντ Αμπάς ότι ο Θεός τού έδωσε εντολή να επιτεθεί στην Αλ Κάιντα και τον Σαντάμ και αυτός υπάκουσε, ενώ συνεργάτης του ίδιου προέδρου χαρακτήριζε τους εχθρούς ως ενσαρκώσεις του ίδιου του Σατανά. Είναι γνωστό ότι κατά καιρούς, κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες, σημαντικές προσωπικότητες της αμερικανικής πολιτικής ζωής και πολλοί οπαδοί τους υποστηρίζουν ένθερμα αποκαλυψιακές θρησκευτικές απόψεις. Κάποτε θεωρούν ότι έχουν κληθεί να φέρουν εις πέρας κάποιο μεσσιανικό σχέδιο. Πρόκειται για φαινόμενο που συζητεί, μεταξύ άλλων, λεπτομερώς ο ιστορικός John Gray στο βιβλίο του The Black Mass: Apocalyptic Religion and the Death of Utopia (2007). Αν και κανείς μπορεί να μη συμφωνεί με όλες τις επιμέρους αναλύσεις του, τα στοιχεία που συγκεντρώνει είναι διαφωτιστικά.

Ως παρομοίως μεσσιανικό αντιλαμβάνεται, πιστεύω, τον ηγετικό ρόλο του στον μουσουλμανικό κόσμο που μεθοδικά επιχειρεί να εξασφαλίσει και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: ο ίδιος αποκάλυψε πρόσφατα ότι όνειρό του από μικρός ήταν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί, κάτι που πέτυχε θριαμβευτικά με την αμέριστη υποστήριξη του μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού της χώρας του και την ένοχη (;), μόλις ψελλίζουσα, ανοχή των «Δυτικών». Πρόκειται για ιδεολογία όχι μόνο πολιτική, αλλά και θρησκευτική, επικίνδυνα φονταμενταλιστική.

Ποια η επίδραση τέτοιων και παρόμοιων υπερβατικών πεποιθήσεων (ας θυμηθούμε τις μαρτυρούμενες σχέσεις των ναζιστών με νεοπαγανιστικές θρησκευτικές αντιλήψεις ή τη γοητεία που ασκούσε στον Μουσολίνι το οιονεί θρησκευτικό πολιτικό τελετουργικό της αρχαίας Ρώμης και άλλα παρόμοια) στην πολιτική πράξη των φορέων τους; Οχι σπάνια, μία μεσσιανική αντίληψη του πολιτικού τους ρόλου οδηγεί πολιτικούς ηγέτες να μεταφράζουν το υποτιθέμενο «εξαίρετον» της αποστολής τους σε μία παρατεταμένη πολιτική «κατάσταση εξαίρεσης», σε φασιστικές ή φασιστίζουσες επιλογές και επιβολές και στη χειραγώγηση των, κρυφών ή φανερών, φονταμενταλιστικών πόθων και τάσεων των οπαδών τους. Πρόκειται για σχεδόν αλάνθαστο σημείον τεράτων που ακολουθούν.

Ο Παναγιώτης Ροϊλός είναι καθηγητής Ελληνικών Σπουδών, κάτοχος της Εδρας Γ. Σεφέρη, επιστημονικός εταίρος στο Κέντρο Διεθνών Σχέσεων Weatherhead, Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο