Καθώς τα κρούσματα κοροναϊού εξακολουθούν να αυξάνονται, η ινδική κυβέρνηση επιδιώκει την καταστολή της κάλυψης της κατάστασης από τα ΜΜΕ που στέκονται κριτικά απέναντι στους χειρισμούς της για τον περιορισμό της πανδημίας.

Περισσότεροι από πενήντα Ινδοί δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί, έχουν δεχθεί καταγγελίες ή ακόμη και σωματικές επιθέσεις.

Η πλειοψηφία εκείνων που αντιμετωπίζουν την καταστολή είναι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι που εργάζονται στην επαρχιακή Ινδία, όπου κατοικεί περισσότερο από το 60% του πληθυσμού των 1,35 δισεκατομμυρίων.

«Θέλουν να κάνουμε τα στραβά μάτια»

«Το έμμεσο μήνυμα είναι ότι δεν μπορούμε να δημοσιεύουμε πράγματα που δημιουργούν κακή εικόνα για την κυβέρνηση, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε τα στραβά μάτια σε ζητήματα που παρατηρούμε», εξηγεί στον Guardian ο Ομ Σάρμα, δημοσιογράφος ημερήσιας εφημερίδας στο Χιματσάλ Πραντές, μια ορεινή πολιτεία της βόρειας Ινδίας. Η αστυνομία τον συνέλαβε εξαιτίας ενός live ρεπορτάζ στο Facebook όπου απεικονίζονταν απολυμένοι εργαζόμενοι που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τρόφιμα στη διάρκεια του lockdown.

Ο Σάρμα αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της διασποράς ψευδών ειδήσεων, της ανυπακοής στις εντολές δημόσιου λειτουργού και της απερίσκεπτης δράσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξάπλωση επικίνδυνης ασθένειας.

Το lockdown που αφορούσε τον μεγαλύτερο πληθυσμό στον πλανήτη ξεκίνησε να χαλαρώνει σταδιακά την περασμένη εβδομάδα, έπειτα από 10 εβδομάδες στις οποίες οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες της χώρας βρέθηκαν στο μικροσκόπιο, με τους πιο ευάλωτους πολίτες να δέχονται το ισχυρότερο πλήγμα, αφού οι θέσεις εργασίας τους χάθηκαν εν μία νυκτί. Μέχρι την Πέμπτη, 1,58 εκατομμύρια άτομα στη χώρα είχαν διαγνωσθεί με τον ιό και 38.000 είχαν χάσει τη ζωή τους εξαιτίας του.

«Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την απαισιοδοξία»

Λίγες ώρες πριν την ανακοίνωση του lockdown, ο Ναρέντρα Μόντι, πρωθυπουργός της Ινδίας, βρέθηκε σε τηλεδιάσκεψη με 20 ιδιοκτήτες και εκδότες των μεγαλύτερων οργανισμών ΜΜΕ της χώρας. «Ήταν σημαντικό να αντιμετωπίσουμε την εξάπλωση της απαισιοδοξίας, της αρνητικότητας και των φημών», τους είπε. Οι χειρισμοί του Μόντι απέναντι στην πανδημία δέχονται όλο και περισσότερες επικρίσεις, καθώς άλλαξε πορεία στη στρατηγική του και απέτυχε να περιορίσει την εξάπλωση του ιού, με την Ινδία πλέον να καταλαμβάνει την τρίτη θέση στο θλιβερό βάθρο των πλέον πληγεισών χωρών, μετά τις ΗΠΑ και τη Βραζιλία.

Σε μια χώρα όπου μισές αλήθειες διασπείρονται μέσω των κοινωνικών δικτύων – σε ορισμένες περιπτώσεις από πολιτικά πρόσωπα – και αμφίβολες θεραπείες προωθούνται, η κυβέρνηση έχει ισχυριστεί στο παρελθόν, ενώπιον του ανώτατου δικαστηρίου ότι τα «fake news» οδήγησαν τους εργάτες εκτός των πόλεων. Το δικαστήριο συμβούλευσε τα ΜΜΕ να «στηρίζονται και να δημοσιεύουν την επίσημη εκδοχή των εξελίξεων».

Καταπάτηση της ελευθερίας του τύπου;

Οι δημοσιογράφοι διαμαρτύρονται ότι οι ελευθερίες τους καταπατούνται. Ο Σάρμα δεν κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια κυκλοφορίας από την τοπική κυβέρνηση της πολιτείας του. Μόνη του επιλογή ήταν η τηλεργασία που τον αναγκάζει να στηρίζεται στις πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων, ζητώντας από κατοίκους της περιοχής να μοιράζονται τα προβλήματά τους.

Στο Τζαμού και το Κασμίρ, ρεπόρτερ υποστηρίζουν ότι δέχθηκαν σωματικές επιθέσεις από την αστυνομία. Στις 11 Απριλίου, αστυνομικοί ξυλοκόπησαν με τα χέρια και με κλομπ τον Μουστάκ Αχμέντ Γκανάι, έναν ρεπόρτερ του Kashmir Observer, πριν τον συλλάβουν. Ο Γκανάι ήταν στο δρόμο για να καλύψει δημοσιογραφικά το lockdown.

Κατηγορήθηκε για ανυπακοή βάσει των άρθρων του Νόμου για τις Επιδημίες, ο οποίος συντάχθηκε πριν από… 123 χρόνια. Βάσει αυτού, κρατήθηκε για περισσότερες από 48 ώρες. Ο ίδιος καταγγέλλει ότι το αυτοκόλλητο που τον ταυτοποιούσε ως δημοσιογράφο απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητό του πριν αυτό του επιστραφεί από τις αρχές. Την επόμενη μέρα γύρισε στο γραφείο του. «Η δημοσιογραφία είναι πάθος, ειδικά για εμάς στο Κασμίρ. Δεν έχουμε περιθώριο να υποχωρήσουμε», δήλωσε στον Guardian.

Η καταστολή των ΜΜΕ έρχεται μετά τις προκλήσεις των σοβαρών περιορισμών στις μετακινήσεις. Επιπλέον, η πρόσβαση σε δικηγόρο είναι περιορισμένη, και τα δικαστήρια εξακολουθούν να εκδικάζουν μόνο επείγουσες υποθέσεις.

Φοβούνται να ασκήσουν κριτική

Η Τζίτα Σέσου, της Κολλεκτίβας για την Ελευθερία του Λόγου, αναφέρει ότι οι περιορισμοί είχαν επιπτώσεις στην κάλυψη των γεγονότων. «Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η κυβέρνηση έχει πάρει ορισμένες καίριες νομικές αποφάσεις για το περιβάλλον και τους σιδηροδρόμους. Οι περισσότεροι δημοσιογραφικοί οργανισμοί φοβήθηκαν να κριτικάρουν αυτές τις αποφάσεις», τονίζει.

Η Ινδία πλέον έχει πέσει δύο θέσεις στον παγκόσμιο δείκτη ελευθερίας του τύπου, καταλαμβάνοντας την 142η από τις 180. Σχολιάζοντας το γεγονός τον Μάιο, ο υπουργός πληροφόρησης και μεταδόσεων της χώρας, Πρακάς Τζαβαντεκάρ, έγραψε στο Twitter: «Τα ΜΜΕ στην Ινδία απολαμβάνουν απόλυτη ελευθερία. Θα καταρρίψουμε, και μάλιστα σύντομα, όλες αυτές τις μελέτες που τείνουν να περιγράφουν με μελανά χρώματα την «Ελευθερία του Τύπου» στην Ινδία».

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιό σας