Σε λιγότερο από τέσσερις μήνες οι αμερικανοί πολίτες θα στηθούν μπροστά στις κάλπες των προεδρικων εκλογών, για να επιλέξουν αν θα συνεχίσει να αποφασίζει γι’ αυτούς ο νυν πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, ή αν τη θέση του στον Λευκό Οίκο θα πάρει ο Τζο Μπάιντεν.

Προς το παρόν δηλώνουν τις προτιμήσεις τους μέσα από δημοσκοπήσεις. Μία από τις πιο πρόσφατες είναι η δημοσκόπηση της εταιρείας Gravis Marketing που έγινε στις 13 Ιουλίου και αφορά την πολιτεία της Φλόριντα.

Η κρίσημη – αμφιταλαντευόμενη πολιτεία

Η Φλόριντα, η οποία παρουσιάζει και ραγδαία αύξηση κρουσμάτων κοροναϊού, ανήκει στην ομάδα των «swing states»ή «battleground states», όρος που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «αμφιταλαντευόμενες πολιτείες» ή «πολιτείες – πεδία μάχης» επειδή σε κάθε εκλογική προεδρική αναμέτρηση το αν η Φλόριντα τελικά στηρίξει τους Ρεπουμπλικανούς ή τους Δημοκρατικούς κρίνεται με πολύ μικρή διαφορά ψήφων.

Το συνολικό αποτέλεσμα των εκλογών του 2000, μεταξύ Τζόρτζ Μπους και Αλ Γκόρ, κρίθηκε από το αποτέλεσμα της Φλόριντα το οποίο προέκυψε ύστερα από δικαστική αντιδικία πολλών εβδομάδων.

Το 2012, η Φλόριντα ήταν η μόνη πολιτεία που oι υποψήφιοι πρόεδροι, Μπάρακ Ομπάμα και Μιτ Ρόμνεϊ είχαν διαφορά  μικρότερη του 1%. Ο Ομπάμα κέρδισε το 50% ενώ ο Ρόμνεϊ το 49,1%. Το 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ επικράτησε της Χίλαρι Κλίντον με 1,2%.

Με εξαίρεση το 1992 που η Φλόριντα τάχθηκε υπέρ του Τζορτζ Μπους, από το 1964 ο υποψήφιος που «κερδίζει» τη Φλόριντα κερδίζει και τις εκλογές.

Η δημοσκόπηση της Φλόριντα

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Gravis Marketing, στο ερώτημα «Ποιον θα ψηφίζατε, αν οι εκλογές ήταν σήμερα;» Η διαφορά μεταξύ Τζο Μπάιντεν και Ντόναλντ Τραμπ είναι στο 10%. Το 53% απάντησε πως θα επέλεγε τον Μπάιντεν, το 43% ότι θα επέλεγε τον Τραμπ, ενώ το 4% των ερωτηθέντων δηλώνει αναποφάσιστο.

Όταν όμως το ερώτημα γίνεται λίγο πιο πιεστικό, η διαφορά μεταξύ Μπάιντεν και Τραμπ εκτοξεύεται. Στο ερώτημα «Αν έπρεπε να επιλέξετε, ποιον από τους δύο θα ψηφίζατε;» το 73% των συμμετεχόντων απαντούν ότι θα ψήφιζαν τον Τζον Μπάιντεν, με μόλις 27% να επιλέγουν τον Τραμπ.

Στον «προσωπικό του έλεγχο» βέβαια ο Τραμπ δείχνει να εξισορροπεί την κατάσταση: Μεταξύ αυτών που αποδοκιμάζουν σθεναρά το έργο του (45%) και αυτών που το υποστηρίζουν απόλυτα (36%) υπάρχει διαφορά 9 ποσοστιαίων μονάδων. Όταν όμως στην εξίσωση μπαίνουν και αυτοί που αποδοκιμάζουν (5%) και επιδοκιμάζουν (13%) το έργο του Τραμπ πιο χλιαρά, μεταξύ επιδοκιμασίας (49%) και αποδοκιμασίας (50%) επέρχεται μια ισορροπία.

Το μεγάλο πάντως ερώτημα, που τίθεται για τη Φλόριντα αλλά και τις υπόλοιπες πολιτείες, είναι το κατά πόσον αυτοί που οδήγησαν τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2016, θα ανανεώσουν την στήριξή τους στο προόσωπό του και στις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2020.

Οι απογοητευμένοι οπαδοί

Η ομάδα RVAT έχει κάποιες απαντήσεις. RVAT είναι το ακρωνύμιο της φράσης Republican Voters Against Trump (Ρεπουμπλικανοί Ψηφοφόροι Ενάντια του Τραμπ), μια ομάδας νυν και πρώην ρεπουμπλικανών, συντηρητικών και πρώην ψηφοφόρων του Τραμπ, που όπως δηλώνουν δεν μπορούν πλέον να υποστηρίξουν το Τραμπ και ως στόχο έχουν τη μη εκλογή του.

Όπως αναφέρει ο Guardian, οι RVAT, που χρηματοδοτούνται από τον νεοσυντηρητικό πολιτικό αναλυτή Μπιλ Κρίστολ, συγκεντρώνουν στην ιστοσελίδα τους μαρτυρίες απογοητευμένων πρώην ψηφοφόρων του Τραμπ.

«Είδα πώς [ο Τραμπ] προσπαθεί να χωρίσει τη χώρα μας και αυτό δεν είναι κάτι που θέλω, ούτε κάτι που θα έπρεπε να υποστεί η χώρα μας…Αυτός ο άνδρας είναι ένας απόλυτος κίνδυνος για τη χώρα μας» δηλώνει ο Κέβιν, πάστορας στην Αριζόνα που σε όλη του τη ζωή ψήφιζε τους Ρεπουμπλικανούς και που το 2016 ψήφισε τον Τραμπ γεμάτος «από μεγάλες ελπίδες για το μέλλον».

«Ένας από τους λόγους που [οι μαρτυρίες] είναι τόσο συναρπαστικές είναι ότι μπορείς να δεις πόσο αυθεντικές είναι, πόσο βαθιά τα αισθάνονται όλα αυτά – πολλοί από αυτούς θέλουν να βγάλουν ένα βάρος από μέσα τους» δηλώνει η Σάρα Λόνγκγουελ, συνιδρύτρια των RVAT, ρεπουμπλικανή πολιτική σύμβουλος και εκδότρια, η οποία τονίζει ότι οι μαρτυρίες ούτε γίνονται επί πληρωμή ούτε βάσει σεναρίου.

Ο Τζέφρεϊ Φάρμερ, από τη Μασαχουσέτη, συγκαταλέγεται στις οργισμένες φωνές αυτής της ομάδας. Είναι ανοσοκατασταλμένος ασθενής και οργισμένος με τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο Τραμπ την πανδημία του κοροναϊού.

«Δεν ξέρω καν γιατί κάνω αυτό το ηλίθιο πράγμα, γιατί δεν είναι κάτι που συνήθως κάνω. Δεν ασχολούμαι με τα social media ή κάτι τέτοιο. Αλλά δεν μπορώ να το ανεχτώ άλλο αυτό», δηλώνει ο Φάρμερ, που το 2016 είχε ψηφίσει τον Τραμπ αντιπαθούσε πολύ τη Χίλαρι Κλίντον. Τώρα χαρακτηρίζει τον Τραμπ ως «Διάβολο της Τασμανίας», που αντί να κάνει τη δουλειά του, σπαταλάει ολόκληρη τη μέρα του με παράπονα στο Twitter. «Αυτός ο τύπος δεν θα μπορούσε να βρει την έξοδο, ούτε μέσα από μια χαρτοσακούλα» λέει ο Φάρμερ.

Σύμφωνα με τη Λόνγκγουελ ο καλύτερος τρόπος να πειστούν οι ψηφοφόροι του Τραμπ να μην τον ξαναψηφίσουν είναι να ακούσουν τη φωνή ανθρώπων σαν κι αυτούς.

«Είδαμε ότι το κριτήριο της κουλτούρας έπαιξε μεγάλο ρόλο [στις εκλογές του 2016]. Υπήρξαν γυναίκες που είπαν ‘Τον ψήφισα κι ύστερα έβαλα τα κλάματα’ ή ‘Τον ψήφισα και μετά έπρεπε να κάνω μπάνιο’, αλλά ήταν περικυκλωμένες από ανθρώπους που υποστηρίζουν ότι όλοι οι Δημοκράτες είναι σοσιαλιστές και κάτι τέτοια»

Ως ισόβια όμως οπαδός των συντηρητικών, η Λόνγκγουελ γιατί να θέλει να κερδίσει ο Μπάιντεν;

«Ο Ντόναλντ Τραμπ επηρεάζει αρνητικά το μέλλον του ρεπουμπλικανικού κόμματος. Είναι σαν να το έχει καταλάβει διά της βίας, να έχει δηλητηριάσει τη χώρα, και να το έχει μετατρέψει σε ένα εθνικιστικό λαϊκιστικό κόμμα. Υπάρχει ένα κομμάτι Ρεπουμπλικανών που δεν ελκύεται από αυτό, κι εγώ είμαι μία από αυτούς. Το καλύτερο για το κόμμα μακροπρόθεσμα, θα ήταν [ο Τραμπ] να υποστεί μια ηχηρή ήττα και το κόμμα να επανεκτιμήσει την πορεία του»

Γράψτε το σχόλιό σας