Δεν μπορώ πλέον να γράψω καλά καλά ούτε δύο αράδες. Σοβαρολογώ απολύτως. Πήγα να απευθύνω τις ευχές μου σε έναν φίλο αδελφικό που είχε γενέθλια. Eίπα να χρησιμοποιήσω πένα και χαρτί για να γίνει το πράγμα πιο εγκάρδιο, να του τις δώσω μες σε φάκελλο αντί να τις ταχυδρομήσω ηλεκτρονικά. Kαι διαπίστωσα ότι έχω ξεχάσει να γράφω στο χέρι!

Εχω επανέλθει στο επίπεδο της Α’ – άντε της Β’ – δημοτικού. Τα ψηφία κολλάνε μεταξύ τους, τα «φ» μου μοιάζουν υπερβολικά με «ρ», τα «Π» με «Λ». Πηδάω ασυναίσθητα από τα πεζά στα κεφαλαία, παραλείπω γράμματα, γυρίζω για να προσθέσω ένα τελικό σίγμα, για τόνους ας μη μιλήσουμε… Στο ένα άκρο βρίσκεται η βυζαντινή καλλιγραφία του Γιάννη Ρίτσου – τα ποιήματά του είναι κομψοτεχνήματα, ακόμα κι όταν τα σημείωνε πρόχειρα πάνω σε πακέτα τσιγάρων. Εγώ τείνω στο άλλο άκρο, στα ορνιθοσκαλίσματα του Μακρυγιάννη. Κι εκείνος είχε όλα τα δίκια με το μέρος του, μεσήλιξ έμαθε γραφή κι ανάγνωση, δεν ήθελε να υπαγορεύσει τα απομνημονεύματά του όπως συνήθιζαν οι αγωνιστές της Επανάστασης, δεν εμπιστευόταν προφανώς τους καλαμαράδες. Εμένα ποιο είναι το ελαφρυντικό μου; Οτι από το 1993 προέκταση των δακτύλων μου έχει γίνει το πληκτρολόγιο. Πως από τα ένδεκα μυθιστορήματά μου τα δέκα τα έχω πλάσει στην οθόνη. Το ενδέκατο – δηλαδή το πρώτο, «Το σοφό παιδί» – κιτρινίζει χειρόγραφο σε έναν φάκελο, μνημείο ή απολίθωμα μιας μακρινής εποχής.

Αλλάζουν οι καιροί, χάνουν οι άνθρωποι τις δεξιότητές τους. Πριν από έναν αιώνα δεν υπήρχε άντρας που να μην ίππευε, γυναίκα που να μην κεντούσε – οι πιο πολλές κατείχαν και την τέχνη του αργαλειού. Οι αοιδοί στην αρχαιότητα αλλά και οι επίγονοί τους δημοτικοί τραγουδιστές αράδιαζαν μυριάδες στίχους από στήθους – οι ολιγογράμματοι παπάδες στα χωριά ήξεραν απέξω τα Ευαγγέλια – και το εκκλησίασμα τα ήξερε και τους βοηθούσε όποτε κόμπιαζαν. Ενας σημερινός αστέρας του πενταγράμμου μού ομολόγησε ότι εάν δεν έχει εμπρός του, στα μπουζούκια ή στο στούντιο, χαρτιά με τα κουπλέ και τα ρεφρέν, χάνει τα λόγια του. «Αφού τα λες χίλιες φορές κάθε σεζόν!» απόρησα. «Ε και λοιπόν; Η μνήμη μου δεν είναι αποθήκη στίχων, πρέπει να συγκρατεί άλλες πληροφορίες. Εσύ πόσα νούμερα τηλεφώνων θυμάσαι απέξω; Μόνο της παιδικής σου ηλικίας πάω στοίχημα – τότε που δεν υπήρχαν κινητά για να τα καταχωρίσεις…». Πράγματι, το 8233511, που χτυπούσε στο πατρικό μου, δεν θα το ξεχάσω μάλλον ποτέ. Τώρα πλέον, αντί για τα τηλέφωνα και των πιο κοντινών μου ανθρώπων, αποστηθίζω κωδικούς πρόσβασης, που αν τους καταγράψω και μου κλέψουν το πορτοφόλι ή το κινητό, θα κινδυνεύσει η ασφάλεια των συναλλαγών μου…

Εχουμε ακόμα πολλές δεξιότητες να χάσουμε. Στη δεκαετία του 2030, οι δρόμοι προβλέπεται να γεμίσουν από αυτόνομα αυτοκίνητα που θα διαθέτουν τεχνητή νοημοσύνη. Θα τα ενημερώνεις απλώς για τον προορισμό σου κι εκείνα θα χαράζουν την πορεία και θα την ακολουθούν άψογα, προβλέποντας και αποφεύγοντας χάρη στην υπερσύγχρονη τεχνολογία τους κάθε κακοτοπιά. Οι επιβάτες θα ρεμβάζουν, θα διαβάζουν, θα καταναλώνουν αλκοόλ. Σταδιακά θα ξεμάθουν να οδηγούν. Ετσι κι αλλιώς, και σε περίπτωση ακόμα θανάσιμου κινδύνου, τα αντανακλαστικά τού μηχανήματος θα ανταποκρίνονται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα από τα δικά μας.

Δεν ρέπω προς τη νοσταλγικότητα. Ξέρω πως ο προπάππος μου, που ως φαρμακοποιός παρασκεύαζε στο γουδί τα δικά του μείγματα και ως νοικοκύρης άρπαζε το κουνέλι από τα αφτιά, το σκότωνε χτυπώντας το στο σβέρκο, το έγδερνε λες και το ‘γδυνε και το έδινε στην πρόγιαγιά μου να το φτιάξει στιφάδο, ξέρω πως ο προπάππος μου ήταν ένας άνθρωπος προνεωτερικός, εγκλωβισμένος στον στενό του κόσμο. Η επαφή του με το διεθνές γίγνεσθαι ήταν στοιχειώδης – θα διάβασε για την άνοδο του Λένιν στον ελληνικό Τύπο που την ανακοίνωσε με έναν μήνα καθυστέρηση. Από λογοτεχνία ήξερε την «Γκόλφω», άντε και τους «Αθλίους» του Ουγκώ αν είχαν δημοσιευτεί σε συνέχειες στην εφημερίδα. Μπετόβεν – πόσω δε μάλλον τζαζ – θα άκουσε ίσως στα γεράματά του, στα νιάτα του δεν είχαν γραμμόφωνο, ούτε υπήρχε ραδιοφωνία.

Σαν τον προπάπποο μου θα φαντάζουμε όλοι εμείς στα δισέγγονά μας. «Πόσο περιορισμένα έζησαν!» θα λένε. «Πόσο μαύρα μεσάνυχτα είχαν – πέθαιναν, για φαντάσου, από καρκίνο και από κορωνοϊό ακόμα…». Από την άλλη, ίσως εν μέρει και να μας ζηλεύουν. «Ψάρευαν – για φαντάσου! -, δεν είχε απαγορευτεί η ερασιτεχνική αλιεία. Φλέρταραν, έβγαιναν δηλαδή για ποτό και προσπαθούσαν να γοητεύσουν ο ένας τον άλλον. Είχαν απόψεις και τσακώνονταν για χάρη τους. Μέχρι και ψέματα έλεγαν, δεν είχαν τελειοποιηθεί ακόμα οι ανιχνευτές. Μερικοί μάλιστα διέπρεπαν ως ψεύτες! Τέχνη το είχαν και εργαλείο πλουτισμού…».

Γράψτε το σχόλιό σας