Το Brexit και η πανδημία αναδιαμορφώνουν την βρετανική οικονομία. Υπάρχει περίπτωση να καταλήξει να θυμίζει περισσότερο την Τουρκία, το Μεξικό και την Αργεντινή παρά τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ;

Ορισμένοι αναλυτές της Wall Street αρχίζουν να αναρωτιούνται κατά πόσον ένα ασταθές νόμισμα, η μειούμενη παγκόσμια επιρροή και η εξάρτηση από τους ξένους ερευνητές είναι ικανοί παράγοντες για την υποβάθμιση της Βρετανίας στο στάτους της «αναδυόμενης αγοράς».

Ανησυχητικές εκτιμήσεις της Bank of America

Η Bank of America πρότεινε σε πρόσφατο υπόμνημα στους πελάτες της ότι ίσως είναι καιρός να αντιμετωπίσουν τη λίρα Αγγλίας ως νόμισμα προερχόμενο από μια αναδυόμενη αγορά, αναφερόμενη στο Brexit και τις επιδεινούμενες δυναμικές χρέους ως αποτέλεσμα του κοροναϊού.

«Πιστεύουμε ότι η λίρα βρίσκεται σε διαδικασία εξέλιξης σε ένα νόμισμα που θα αντανακλά την υποβόσκουσα πραγματικότητα της βρετανικής οικονομίας: μικρή και συρρικνούμενη», έγραψαν οι σχεδιαστές στρατηγικής Καμάλ Σάρμα και Μύρια Κυριακού.

Υπάρχουν όμως και στοιχεία που κάνουν αυτή την εκτίμηση να μοιάζει υπερβολική. Η λίρα διατηρεί υψηλή ισοτιμία, οι επενδυτές εξακολουθούν να πιστεύουν στους βρετανικούς θεσμούς και υπάρχει υψηλή ζήτηση του χρέους που εκδίδει η κυβέρνηση της χώρας.

Όμως οι συγκρίσεις κάνουν σαφές το γεγονός ότι οι επενδυτές προετοιμάζονται για έναν κόσμο στον οποίο η σημασία του Ηνωμένου Βασιλείου θα είναι πολύ περιορισμένη.

«Δεν πιστεύουμε ότι η Βρετανία κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ξαφνικά ως αναδυόμενη αγορά», τονίζει ο Τόμας Παφ, Βρετανός οικονομολόγος στην ερευνητική εταιρεία Capital Economics. Όμως το Brexit και η αντίδραση της χώρας στην πανδημία, όπως λέει «θα επηρεάσουν την εμπιστοσύνη».

Ηνωμένο Βασίλειο σε παρακμή

Η Βρετανία έχει έναν από τους υψηλότερους δείκτες κατά κεφαλήν θανάτων στον κόσμο. Τώρα αντιμετωπίζει μια βαθιά ύφεση ως αποτέλεσμα του lockdown.

Η Τράπεζα της Αγγλίας εκτιμά ότι η βρετανική οικονομία θα μπορούσε να συρρικνωθεί ακόμη και κατά 14% για φέτος – πρόκειται για την χειρότερη ύφεση εδώ και 300 χρόνια. Η χώρα έχει στη διάθεσή της λιγότερους από έξι μήνες για να καταλήξει σε νέα εμπορική συμφωνία με την ΕΕ, τη μεγαλύτερη αγορά εξαγωγών της.

Η λίρα έχει καταστεί εξαιρετικά ασταθής εν μέσω αβεβαιότητας για το μέλλον της χώρας. Πλέον, η ισοτιμία της βρίσκεται στο $1,26, δηλαδή 15% χαμηλότερα σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα του 2016.

Οι Σάρμα και Κυριακού της Bank of America περιγράφουν τις διακυμάνσεις ως «νευρωτικές στην καλύτερη περίπτωση, ανυπολόγιστες στη χειρότερη». Το μοναδικό νόμισμα που είναι πιο ασταθές, είναι το βραζιλιάνικο ρεάλ, τονίζουν.

Το Brexit, προσθέτουν, δε βοηθά την κατάσταση. Η αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ είναι «πιθανό να αλλάξει για πάντα τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές τη λίρα», σημειώνουν.

Οι επενδυτές θα πρέπει να αγνοήσουν και τις ανησυχίες για το γεγονός ότι οι Βρετανοί ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους.

Επί χρόνια, η Βρετανία έχει συσσωρεύσει σημαντικό έλλειμμα τρεχούμενου λογαριασμού, πράγμα που σημαίνει ότι δαπανά περισσότερα χρήματα σε αγαθά, υπηρεσίες και επενδύσεις στο εξωτερικό από ό,τι εισπράττει. Τώρα, το γεγονός αυτό συνδυάζεται με ένα επιδεινούμενο οικονομικό έλλειμμα, καθώς η χώρα δανείζεται τεράστια ποσά για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της πανδημίας. Μέχρι το Μάιο, το χρέος της Βρετανίας ήταν μεγαλύτερο από το μέγεθος ολόκληρης της οικονομίας της για πρώτη φορά από το 1963.

Αυτές οι δυναμικές κάνουν τη Βρετανία ευάλωτη σε πιθανή αύξηση των επιτοκίων, τα οποία αυτή τη στιγμή είναι πολύ χαμηλά – και αναμενόταν να παραμείνουν για πολύ καιρό ακόμη. Όμως μια εκτόξευση του πληθωρισμού θα μπορούσε να αλλάξει άρδην την κατάσταση.

Σύμφωνα με τους Σάρμα και Κυριακού, το λεγόμενο «διπλό έλλειμμα» της Βρετανίας θα μεγαλώσει περισσότερο από εκείνα της Τουρκίας και του Μεξικού, αλλά και από τον μέσο όρο των G20.

Αναδυόμενη αγορά;

Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η έκτη μεγαλύτερη αγορά του πλανήτη. Από τις περισσότερες απόψεις, κατατάσσεται εύκολα στην κατηγορία των «ανεπτυγμένων οικονομιών».

Η βρετανική λίρα αποτελεί το 4,4% των παγκόσμιων νομισματικών αποθεμάτων, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ, πράγμα που δείχνει ότι οι ξένες κεντρικές τράπεζες τη θεωρούν γενικώς ασφαλή επιλογή.

Οι επενδυτές εμπιστεύονται επίσης πολύ τους θεσμούς της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Αγγλίας, η οποία έχει ιστορία περισσότερων από 325 ετών. Η κεντρική τράπεζα κινήθηκε ταχύτατα στη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, ρίχνοντας τα επιτόκια και εντείνοντας το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων.

Η αγορά αυτών των ομολόγων επιτρέπει στην βρετανική κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει τις προσπάθειες ανάκαμψης καθώς δανείζεται μεγάλα ποσά, ενώ ενισχύει τη ζήτηση των βρετανικών κρατικών ομολόγων.

Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων κυμαίνεται στο 0,14%, γεγονός που δείχνει ότι θεωρούνται γενικώς ασφαλή. Συγκριτικά, η απόδοση για τα ομόλογα του Μεξικού βρίσκεται στο 5,74% και της Τουρκίας στο 12,43%.

Παρ’ όλα αυτά, η άποψη ότι το κύρος της χώρας στις διεθνείς αγορές απειλείται μακροπρόθεσμα, γίνεται όλο και πιο δημοφιλής.

Το παρατηρητήριο για τον βρετανικό προϋπολογισμό, ανέφερε τον Μάρτιο – πριν η χώρα τεθεί σε lockdown – ότι ανέμενε πως η οικονομική παραγωγή θα ήταν περίπου 4% χαμηλότερη για τα επόμενα 15 χρόνια από ό,τι αν δεν είχε συμβεί το Brexit, ακόμη και αν το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ έφταναν σε μια «τυπική» εμπορική συμφωνία.

Και δεν θα είναι η πρώτη φορά που η Βρετανία υφίσταται νομισματική κρίση που θυμίζει αναδυόμενη οικονομία.

Το 1976, η χώρα στην προσπάθειά της να αντιμετωπίζει νομισματική κρίση που προέκυψε από την ύφεση και τις ανησυχίες για τα υψηλά επίπεδα δημόσιων δαπανών, αναγκάστηκε να δανειστεί από το ΔΝΤ σχεδόν 4 δισ. δολάρια.

Πηγή: www.cnn.com

Γράψτε το σχόλιό σας