Κάτι μου λέει ότι εάν ζούσε σήμερα ο Ζαν-Μαρκ Ράιζερ (1941-1983), ο εικονοκλάστης γάλλος σκιτσογράφος, θα ήταν ο προσφιλής στόχος κάθε οπαδού της πολιτικής ορθότητας. Οχι πως πέρασε ιδιαίτερα καλά στην εποχή του (απεναντίας, χτυπήθηκε τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά), αλλά τότε τα ήθη ήταν ακόμη πιο ελευθέρια και η ανοχή απέναντι στο βέβηλο χιούμορ μεγαλύτερη. Το επώδυνο τέλος στον σύντομο βίο του – πέθανε μόλις 42 χρονών από καρκίνο των οστών – έδωσε κρυφή ικανοποίηση στους ηθικολόγους όλων των τάξεων και όλων των παρατάξεων. Βλέπετε, ο Ράιζερ δεν άφησε τίποτε όρθιο – με μια ιδιαίτερη ικανότητα να ξετρυπώνει την υποκρισία από όπου και αν αυτή εμφωλεύει. Σε ένα από τα πιο αγαπημένα μου σκίτσα του, μια εμφανώς κακοποιημένη νέα κι όμορφη γυναίκα καταφεύγει σ’ ένα αστυνομικό τμήμα και περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τον βιασμό της· την ίδια ώρα ο αστυνομικός υπηρεσίας με το ένα χέρι καταγράφει την κατάθεσή της και με το άλλο αυνανίζεται, ρωτώντας την ξαναμμένος συνέχεια: «Και μετά, και μετά;».

Ασφαλώς ο Ράιζερ, παρότι ένας από τους πιο απηνείς διώκτες του, δεν ήταν εκείνος που ανακάλυψε τον ηδονοβλεπτικό πουριτανισμό – τουτέστιν, τη δεξιοσύνη να συνταιριάζεις συντηρητικές αρχές με αχαλίνωτες ορμές. Κάλλιστα μπορούμε να απονείμουμε εύσημα και στον δικό μας Νίκο Τσιφόρο, όπου στην ταινία «Η Ωραία των Αθηνών» (1954) δίνει την ανεπανάληπτη ευκαιρία στον Βασίλη Αυλωνίτη να υποδυθεί τον πρόεδρο ενός ηθικοπλαστικού συλλόγου και να συνδυάσει τα χριστιανικά προτάγματα με τα σεξουαλικά οφθαλμόλουτρα. Είτε ξεφυλλίζει light πορνογραφικά περιοδικά εκείνων των ημερών είτε επιχειρεί να αποπλανήσει καλλίπυγα υποψήφια μέλη του συλλόγου, ο Αυλωνίτης δεν παραλείπει να αναφωνήσει τη θρυλική ατάκα: «Πνεύμα και ηθική, παιδί μου· πνεύμα και ηθική!».

Ακόμη πιο πίσω, στην αυγή των νεωτερικών χρόνων, η δισυπόστατη και φαινομενικά αντιφατική επιδίωξη του ηδονοβλεπτικού πουριτανισμού – να σε σκανδαλίσει από τη μια μεριά, να σε ερεθίσει από την άλλη – έβρισκε πρόσφορο έδαφος ιδίως ανάμεσα σ’ εκείνους που δεν θεωρούσαν το χάσμα μεταξύ των ορμών τους και των αρχών τους αγεφύρωτο. Κατά τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης κυκλοφορούσαν ανώνυμα λιβελογραφήματα/πορνογραφήματα με πρωταγωνίστριες τη Μαρία Αντουανέτα και τις δύο στενές της φίλες, την πριγκίπισσα ντε Λαμπάλ και τη δούκισσα ντε Πολινιάκ. Στο πιο γνωστό από αυτά – «Η Αυστριακή ξεσαλώνει» – η βασίλισσα ανοίγει τα πόδια της στους πάντες αδιακρίτως – στρατηγούς, βουλευτές, δούκες, υπηρέτες – ενώ η γερμανική (αυστριακή) καταγωγή της εκλαμβάνεται ως αδιάσειστο τεκμήριο της παράλληλης λεσβιακής της ροπής.

 

Πέρυσι δημοσιεύτηκε στην πατρίδα μας ένας άλλος σχετικός λίβελος – «Η Μεσσαλίνα της Γαλλίας» (εκδόσεις Κίχλη, 2019) -, από αυτούς που ο γάλλος μελετητής Ζαν ντε Γκουλεμό προσφυώς βάφτισε ως «βιβλία που διαβάζονται με το ένα χέρι» (αφού το άλλο είναι σταθερά απασχολημένο). Εδώ η ηθικολογία δεν κατορθώνει να υπερισχύσει της ηδονοθηρίας και το αποτέλεσμα είναι παράδοξο. «Εν κατακλείδι», όπως σημειώνει ο Ανδρέας Στάικος στο έξοχο επίμετρό του, «το αφήγημα καταγγελίας εναντίον της δούκισσας ντε Πολινιάκ και της Μαρία Αντουανέτα εκτροχιάζεται ύπουλα προς την κατεύθυνση της υμνολογίας». Θα μπορούσε να τη θεωρήσει κανείς και ως ετεροχρονισμένη απονομή ιστορικής δικαιοσύνης, εάν λάβει υπόψη του το τραγικό πεπρωμένο των δύο εκ των τριών γυναικών.

Η δούκισσα ντε Πολινιάκ κατάφερε να δραπετεύσει στο εξωτερικό, αλλά η Μαρία Αντουανέτα καρατομήθηκε. Εναν χρόνο πριν χάσει το δικό της κεφάλι, υποχρεώθηκε να αντικρίσει από το παράθυρο του κελιού της, καρφωμένο σε λόγχη, το κεφάλι της πριγκίπισσας ντε Λαμπάλ· οι εξεγερμένοι Παριζιάνοι την είχαν βιάσει, την είχαν λιντσάρει και την είχαν τεμαχίσει. Με αυτόν τον τρόπο είχαν καταφέρει να ξορκίσουν μια γυναίκα που στοίχειωνε τα υγρά τους όνειρα, ένα πλάσμα που μισούσαν και ποθούσαν εξ αδιαιρέτου.

 

Το ναζιστικό δίπτυχο «Αίμα και τιμή» είναι πασίγνωστο – ίσως λοιπόν να μην μας προξενήσει σπουδαία εντύπωση εάν πληροφορηθούμε ότι το συγγενές δημοσιογραφικό δίπτυχο «Αίμα και σπέρμα» είναι επίσης ναζιστικής καταγωγής (εξ ημισείας, τουλάχιστον, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τον ίδιο καιρό – κατά τον Μεσοπόλεμο – μεσουρανούσε στην Αμερική το πανίσχυρο «κίτρινο» εκδοτικό συγκρότημα του Ουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ, η πηγή έμπνευσης του Ορσον Γουέλς για τον «Πολίτη Κέιν»). Ο Γιούλιους Στράιχερ ήταν ένα αποκρουστικό παιδόφιλο κάθαρμα που απεχθάνονταν και οι ίδιοι οι ναζιστές – εξ ου και κανένας τους δεν δάκρυσε όταν κατέληξε στην αγχόνη.

Ηταν ο εμπνευστής κι εκδότης της εφημερίδας «Der Sturmer», που ένωσε με τα δεσμά του γάμου την πορνογραφία με τον αντισημιτισμό. Με την αρωγή του γελοιογράφου Φίλιπ Ρούπρεχτ, που υπέγραφε ως Fips, οι Εβραίοι – άλλοτε κομμουνιστές, άλλοτε καπιταλιστές, μα πάντοτε σιχαμεροί και κακάσχημοι – αποπλανούσαν μικρά αγοράκια και κοριτσάκια με καραμελίτσες ή άρπαζαν νεαρές Γερμανίδες εν μέση οδώ, αφού πρώτα τις δελέαζαν με κοσμήματα. Ο Ρούπρεχτ μεριμνούσε ώστε οι νεαρές Γερμανίδες να είναι καλλίγραμμες και, την ώρα της απαγωγής, οι φουστίτσες τους να είναι ανασηκωμένες. Σε αντίθεση με τον Στράιχερ, ο Ρούπρεχτ έπεσε στα μαλακά· το 1950 ήταν ξανά ελεύθερος. Οσο για τους Εβραίους, ξέρουμε ότι πλήρωσαν κάτι παραπάνω.

Οι κληρονόμοι του ηδονοβλεπτικού πουριτανισμού, τα πνευματικά τέκνα του Χιρστ και του Στράιχερ, έκαναν αισθητή την παρουσία τους και τις επόμενες δεκαετίες. Προς το τέλος της επτάχρονης δεκαετίας στην Ελλάδα, όταν ανέτειλε το soft porno, οι σκηνοθέτες φρόντιζαν να καλοπιάσουν την πανταχού παρούσα λογοκρισία με ξεκάρφωτες ηθικολογίες, πλήρως άσχετες με το «ψαχνό» της ταινίας ή με ύμνους προς την Ελληνική Χωροφυλακή, τον Ελληνικό Στρατό και δεν συμμαζεύεται· γνώριζαν πως αν τιμωρούσαν στο φινάλε τους «ακόλαστους», θα έπαιρναν άδεια να μεταφέρουν στο πανί την ίδια την «ακολασία». Μετά την κατάργηση της λογοκρισίας, τα προσχήματα του πουριτανισμού χαλάρωσαν, αλλά δεν εξαφανίστηκαν· μπορεί να μην τα είχε τώρα πια ανάγκη ο σκηνοθέτης, αλλά εξακολουθούσε να τα έχει ανάγκη ο ηδονοβλεψίας.

Με την ανατολή της ιδιωτικής τηλεόρασης και τις εκπομπές reality – τόσο τα κατινοδικεία, όσο και τα τηλεπαιχνίδια -, ο ηδονοβλεπτικός πουριτανισμός επέστρεψε δριμύτερος παρά ποτέ. Ενα νέο μοντέλο πολίτη, το μοντέλο του μπανιστιρτζή χαφιέ – πρώτα παίρνω μάτι, έπειτα καταγγέλλω – ήρθε για να μείνει. Κομβικό σημείο ήταν το τζέρτζελο με το πορνό DVD της Τζούλιας Αλεξανδράτου, την άνοιξη του 2010, και όλο το πανηγυράκι υποκρισίας που ακολούθησε. Κρίμα που ο Ζαν-Μαρκ Ράιζερ δεν ζούσε πλέον. Αλλά και πάλι, τι καινούργιο θα μπορούσε να εμπνεύσει τον Ράιζερ; Τα είχε δει όλα, τα είχε πει όλα, τα είχε σκιτσάρει όλα τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Να τα ξαναζεστάνει;

Γράψτε το σχόλιο σας