Η προσωπογραφία του Παύλου Μελά με στολή αξιωματικού, έργο του ζωγράφου Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932), πρέπει να έγινε γύρω στο 1904, την ίδια εποχή που η κόμισσα Λουίζα Ριανκούρ παρήγγειλε στον Ιακωβίδη ένα πορτρέτο του ήρωα με στολή αντάρτη, προκειμένου να το δωρίσει στη χήρα του.

Ο Παύλος Μελάς, επιβλητικός και αγέρωχος, γεμάτος αυτοπεποίθηση, απεικονίζεται όρθιος ως τα γόνατα, καταλαμβάνοντας ολόκληρο το ύψος του πίνακα (λάδι σε μουσαμά, 140X90 εκ.).

Αυτάρκης στο χώρο του, προβάλλει στο ανοιχτόχρωμο φόντο με τη σκούρα επίσημη στολή του αξιωματικού, χωρίς κάποιο παραπληρωματικό ενδεικτικό στοιχείο της προσωπικότητάς του, χαρακτηριστικό της ακαδημαϊκής εξιδανικευμένης ζωγραφικής της προσωπογραφίας.

Ο Παύλος Μελάς και η συμβολή του στο Μακεδονικό Αγώνα

Ο Παύλος Μελάς υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές μορφές του Μακεδονικού Αγώνα.

Γεννήθηκε στη Μασσαλία στις 29 Μαρτίου 1870, αλλά η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τέσσερα χρόνια αργότερα.

Ήταν ένα από τα επτά παιδιά του ηπειρώτη εμπόρου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά.

Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων στον Πειραιά, απ’ όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού τον Αύγουστο του 1891.

Παράλληλα, γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού και μετέπειτα πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του Ίωνα Δραγούμη. Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά.

Ο Παύλος Μελάς ανήκε στα ιδρυτικά μέλη της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής στρατιωτικής οργάνωσης.

Η Εθνική Εταιρεία έπαιξε ιδιαίτερα αρνητικό ρόλο κατά τα γεγονότα λίγο πριν από τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.

Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, έλληνες άτακτοι, οργανωμένοι από την Εθνική Εταιρεία, εισέβαλαν στην υπό τουρκική κατοχή Μακεδονία και έδωσαν την αφορμή που αναζητούσε η οθωμανική κυβέρνηση για κήρυξη πολέμου.

Ενώ αρχικά είχε εμφανιστεί ενθουσιασμένος από την τροπή των πραγμάτων, στη συνέχεια ο Μελάς απογοητεύτηκε από τις συνεχόμενες ήττες του Ελληνικού Στρατού και την αποκάλυψη για την ανάμειξη της Εθνικής Εταιρείας στην έναρξη του πολέμου.

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, ο Μελάς άρχισε να ανησυχεί ιδιαίτερα για την κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, σε συνεργασία με τον κουνιάδο του Ίωνα Δραγούμη, αναμίχθηκε στις μακεδονικές υποθέσεις και στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού Αγώνα, συνεργαζόμενος με το Μακεδονικό Κομιτάτο.

Το Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους λογαχούς Αλέξανδρο Κοντούλη και Αναστάσιο Παπούλα και τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη, έλαβε μέρος σε μυστική αποστολή στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας, κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Θεοτόκη.

Η ομάδα των τεσσάρων αξιωματικών, συνοδευόμενη από μακεδόνες αγωνιστές, δραστηριοποιήθηκε στη Δυτική Μακεδονία, αλλά οι κινήσεις της έγιναν αντιληπτές από τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκλησή τους.

Έτσι, ο Μελάς μαζί με τους τρεις άλλους αξιωματικούς επέστρεψε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου.

Ύστερα από μία ακόμη μυστική αποστολή στη Μακεδονία, στις 14 Αυγούστου 1904 ο Μελάς διορίστηκε αρχηγός όλων των σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή του Μοναστηρίου και της Καστοριάς.

Τη νύχτα της 28ης Αυγούστου ο καπετάν Μίκης Ζέζας διέβη τα σύνορα, συνοδευόμενος από αρκετούς Μακεδόνες, Λάκωνες και Κρήτες, και στα μέσα Σεπτεμβρίου στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καστοριάς.

Διαβαίνοντας τα σύνορα, ο Μελάς προσπάθησε να υιοθετήσει την κλέφτικη στάση, απεκδύθηκε τη στολή του αξιωματικού και επέλεξε ως μόνιμη ενδυμασία του τον ντουλαμά, με αποτέλεσμα να κερδίσει το σεβασμό των ανδρών του σώματός του.

Ακολούθησε ο αγώνας του κατά των Βουλγάρων και η απελευθέρωση πολλών χωριών της Μακεδονίας.

Στις 13 Οκτωβρίου 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα (σημερινός Μελάς Καστοριάς), για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του.

Όμως, ο βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές Αρχές.

Επιτόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 150 άνδρες, και στη συμπλοκή που ακολούθησε ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα και έπειτα από μισή ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.

Δεν ήταν όμως ο θάνατος, αλλά οι ταφές του Παύλου Μελά εκείνες που αποτέλεσαν την κορύφωση του ιστορικού δράματος.

Όπως πληροφορούμαστε από την επιστολή του δασκάλου Βασιλείου Αγοραστού προς τον Ίωνα Δραγούμη, ο Μελάς ετάφη προσωρινά σε ασφαλές μέρος της Στάτιστας, προκειμένου η σορός να μην πέσει στα χέρια του εχθρού.

Οι συμπολεμιστές του έστειλαν μεταμφιεσμένο άνδρα στη Στάτιστα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Πισοδέρι το σώμα του.

Ενώ ο απεσταλμένος έχει αρχίσει την εκταφή του νεκρού, μαθαίνουν ότι τουρκικό απόσπασμα φθάνει στο χωριό.

Τότε ο άντρας αποφασίζει να κόψει το κεφάλι του Μελά και να το πάρει μαζί του μέσα στο σακίδιο.

Η κεφαλή του Μελά ενταφιάστηκε στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι στις 18 Οκτωβρίου 1904.

Από εκεί, με παρέμβαση του μητροπολίτη Καστοριάς, έφθασε και ενταφιάστηκε στην Καστοριά.

Σαράντα έξι χρόνια αργότερα, το 1950, το σκήνωμα και η κεφαλή του μεγάλου Μακεδονομάχου μεταφέρθηκαν από το δάπεδο της Αγίας Τράπεζας και ενταφιάστηκαν εντός του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών, όπου και παραμένουν.

*Η φωτογραφία και οι πληροφορίες αναφορικά με την προσωπογραφία του Γεωργίου Ιακωβίδη προέρχονται από το διαδικτυακό τόπο της Πινακοθήκης Αβέρωφ στο Μέτσοβο Ιωαννίνων (averoffmuseum.gr).

Γράψτε το σχόλιο σας