Γνώρισα τον Οδυσσέα Ιωάννου ένα απόγευμα στο εστιατόριο του κτιρίου που στέγαζε την Καθημερινή, το ΣΚΑΪ και τον Μελωδία. Για την ακρίβεια δεν τον γνώρισα, βρεθήκαμε να τρώμε μαζί με άλλους συναδέλφους και νομίζω ότι δεν έφαγα μπουκιά εκείνη την ημέρα.

Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω ότι καθόμουν απέναντι σε έναν άνθρωπο που όριζε για την γενιά μου το καλό ελληνικό τραγούδι. Γιατί για εμάς «Αν δεν το έπαιζε ο Μελωδία» δεν ήταν καλό ένα τραγούδι και δεν έφτανε ποτέ στα αυτιά μας. Εκεί κολλημένοι στο 99,2 των ερτζιανών να περιμένουμε με αγωνία την εκπομπή 6-8 που έκανε ο ίδιος για πάνω από 22 χρόνια.

Αργότερα συναντηθήκαμε πολλές φορές, λιγότερο σε δημοσιογραφικά γραφεία και περισσότερο σε συναυλίες, μουσικές σκηνές, πρόβες και θέατρα. Πάντα ευγενικός, πάντα σεμνός, πάντα προσγειωμένος. Δεν έχει ποτέ να πει κακό λόγο για κανέναν, ούτε για τον Μελωδία όταν αναγκάστηκε να τον αποχαιρετίσει 22 χρόνια μετά, ούτε για συναδέλφους, ραδιοφωνικούς παραγωγούς, στιχουργούς και τραγουδιστές.

Εκεί όμως που συναντηθήκαμε τις πολλές φορές χωρίς ο ίδιος ίσως να το ξέρει ήταν στους στίχους των τραγουδιών του. Πολύ πριν το «Δίκιο» και «Το όνομα μου», στο εξαιρετικό «Οι ζωές των άλλων» από τον αξεπέραστο δίσκο «Θάλασσα στη σκάλα», στις «Βυθισμένες άγκυρες», στο «Δεν έχω χρόνο μάτια μου» αλλά και στο «Στα είπα όλα».

Για εμάς που τον παρακολουθούσαμε χρόνια στο ραδιόφωνο δεν ήταν η μεγάλη έκπληξη η καταλυτική του παρουσία στο «9.05». Ξέραμε καλά ότι ο τρόπος που περιγράφει την πραγματικότητα είναι μαγικός. Ξέραμε επίσης ότι ένας άνθρωπος που περιβάλλεται με τόση αγάπη έχει και την τρομερή ικανότητα να την δίνει.

Τελευταία φορά που συνάντησα τον Οδυσσέα από κοντά ήταν στην κηδεία του Θάνου Μικρούτσικου. Μετά από ένα συγκλονιστικό επικήδειο με δακρυσμένα μάτια και οι δύο και με την Ντέπη πάντα δίπλα του, στα εύκολα και δύσκολα. Και αυτή τη τελευταία φορά ήταν και η μόνη που δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα.

Ο Οδυσσέας Ιωάννου από τις 13 Φεβρουαρίου θα βρίσκεται ξανά στη σκηνή του Θεάτρου Διάνα μαζί με τον Βασίλη Παπακωνσταντίου και τους ηθοποιούς Σοφία Πανάγου και Μιχάλη Τιτόπουλο για να παρουσιάσουν την νέα παράσταση «Κοινή ησυχία» σε σκηνοθεσία Ελένης Ράντου.

Μετά την τεράστια επιτυχία του 9.05 ετοιμάζετε τώρα την «Κοινή ησυχία». Τι πραγματεύεται;

Kάτι που με απασχόλησε πολύ μετά την κρίση. Έχει νόημα να ονειρεύεσαι μια ουτοπία ή είναι κάποιο άλλοθι και χαμένος χρόνος; To όνειρο είναι μια ποιητική κατασκευή ή είναι κι αυτό μια πραγματικότητα ανεξάρτητα αν θα συμβεί ποτέ ή όχι; Και τέλος, πόση σημασία έχει το δίκιο;

Στο 9.05 έλεγες ότι η πραγματικότητα έχει το μισό δίκιο. Ποιος έχει το άλλο μισό;

Το όνειρο. Είναι δύο ισάξιες πραγματικότητες. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε καμμία.  Ονειρευόμαστε για να κοιτάμε ψηλά. Ακόμη και ως στάση σώματος μόνο να το δεις, είναι σημαντικό κέρδος.

Στην προηγούμενη παράσταση βρήκαμε ένα ζευγάρι στον καναπέ αποξενωμένο να αναπολούν το όμορφο πάρτι του γάμου τους. Φέτος πού βρίσκουμε αυτό το ζευγάρι;

Είναι διαφορετικό. Γνωρίζονται σε μία συναυλία του Βασίλη στα είκοσί τους και τους παρακολουθούμε σε μία δύσκολη μέρα τους δέκα χρόνια μετά. Προσπαθούν να ξαναπούν μεταξύ τους τα όμορφα πράγματα που έλεγαν κάποτε.

Σκηνοθετικά σε τι πλαίσιο κινείται η παράσταση;

Είναι η πρώτη σκηνοθεσία στο θέατρο της Ελένης Ράντου. Μας έχει  ξεμπλοκάρει σε πολλά πράγματα, βρίσκει ευφυείς λύσεις και φτιάχνει όλον το ρυθμό. Το κυριότερο για μένα είναι πως με μαθαίνει την μεγάλη διαφορά που έχει ένα κείμενο από την δραματοποίησή του. Ένα σκέτο κείμενο δεν είναι θέατρο. Είναι σχολείο για μένα αυτή η παράσταση.

Στο 9.05 σε είδαμε πρώτη φορά στη σκηνή σε ένα έργο που παίχτηκε 270 φορές (αν εξαιρέσεις κανείς δύο εμφανίσεις σου σε θεματικές βραδιές στο παρελθόν). Σαν να συνδύαζες για πρώτη φορά τον άνθρωπο πίσω από το μικρόφωνο, τον συγγραφέα, τον δημοσιογράφο και το ποιητή. Ήταν δύσκολο για σένα;

Αν και ήταν αρνητική η πρώτη μου αντίδραση στην πρόταση του Βασίλη για την σκηνική μου παρουσία -πέρα από την συγγραφή- στο «9:05» τελικά ήταν πολύ πιο εύκολο από όσο φοβόμουν. Το είδα από την αρχή ως ένα παιχνίδι και έπαιξα. Ακόμη και στο Ηρώδειο όταν παίξαμε είχα το μικρότερο τρακ από όλους ακόμη και από τον Βασίλη. Βέβαια, με προβληματίζει εκείνη η παροιμιώδης φράση του Χόρν πως τρακ δεν έχουν μόνο οι ατάλαντοι…

Ποια ιδιότητα σε αντιπροσωπεύει πιο πολύ;

Τα πάντα ξεκίνησαν από το ραδιόφωνο, ήταν πολλά τα χρόνια. Όμως είμαι γραφιάς που εκφράζομαι με διάφορους κώδικες. Αγαπάω πολύ τον στίχο και τα κείμενα μικρής φόρμας.

Στα κείμενά σου υπάρχει μια ιδιαίτερη σύζευξη πραγματικότητας και φαντασίας. Σαν να βλέπουμε σπαράγματα του εαυτού σου ενώ παράλληλα δεν εκθέτεις την προσωπική σου ζωή. Πώς το καταφέρνεις;

Μακάρι να το καταφέρνω όπως λες, είμαι ο τελευταίος που θα το κρίνω και που θα το αντιληφθώ. Δεν έχει κανένα νόημα αν δεν βάζεις μέσα κομμάτια του εαυτού σου και αν δεν τον «κρύβεις» ταυτόχρονα σε ορισμένα τραγούδια. Είναι πολύ γοητευτικό παιχνίδι και ωραίο ρίσκο. Σε πολλά τραγούδια μου υπάρχει η προσωπική μου ζωή ακόμη και τα προσωπικά μου πάθη, τα ανομολόγητα. Αν δεν μιλούσα για τα πάθη μου στα τραγούδια μου θα ήταν φτηνές και ψεύτικες κατασκευές και πραγματικά δεν θα είχε και καμία πλάκα να το κάνω. Για την ώρα  αισθάνομαι υπόλογος μόνο για το ότι η πρώτη μου κόρη και η γυναίκα μου έχουν κάποια τραγούδια που τους έχω αφιερώσει, ενώ η δεύτερη δεν έχει ευτυχήσει ακόμη…

Έχεις συνεργαστεί με διάφορους δημιουργούς καταφέρνοντας πάντα να κανείς κοινό τόπο και των τριών ένα τραγούδι. Σε αυτό βοηθάει απλώς το ταλέντο ή χρειάζεται και προσωπική σχέση;

Καλό είναι να συνδυάζονται όλα αλλά ποτέ στην ζωή σου δεν συναντάς τις απόλυτα ιδανικές συνθήκες. Κάθε φορά είναι διαφορετική. Αλλά όπως λέμε και την παράσταση, το θέμα είναι προς τα πού έχεις αποφασίσει να κοιτάς. Όπου κοιτάξεις, αυτό θα δεις. Τα πράγματα είναι αυτά που είναι. Μόνο την θέση σου, την γωνία σου απέναντί τους μπορείς να επιλέξεις.

Η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για μια αλλαγή;

Η τέχνη παίρνει κομμάτια της ζωής σου και σου τα επιστρέφει σε μία μορφή που τα κάνει πιο υποφερτά. Επίσης σου δείχνει πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να γίνουν τα πράγματα. Δεν δημιουργεί επαναστάσεις, ούτε μεγάλες αλλαγές αλλά σε κρατάει ζεστό στο όνειρο και έτοιμο αν και όταν χρειαστεί να αθροίσεις τον εαυτό σου σε εκείνους που δεν έχουν παραιτηθεί και ακόμη πιστεύουν πως ένας πιο όμορφος κόσμος είναι εφικτός. Η πολύ υψηλή τέχνη σε κάνει και ισότιμο συνομιλητή του θανάτου, αλλά μην το βαρύνουμε τόσο.

Ποια είναι η γνώμη σου για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων;

Αδυνατώ να κατανοήσω το πείσμα της Πολιτείας και προσωπικά της Υπουργού Πολιτισμού εναντίον μας. Με την άρνησή τους πετάνε την Ελλάδα έξω από την Ευρώπη σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, εκείνοι που δηλώνουν τόσο «Ευρωπαϊστές». Δεν θέλω να σκέφτομαι πως απεργάζονται λύσεις ιδιωτικής πρωτοβουλίας γιατί δεν θα μπορέσουν οι ίδιοι να αντέξουν αυτήν την επιλογή τους από την αντίδρασή μας. Κατά τα άλλα, πραγματικά δεν περίμενα κάποιο σεβασμό στους δημιουργούς από το επίσημο κράτος. Γενικά δεν μας έχει αποδείξει πως είναι ιδιαίτερα ευσυγκίνητο. Αλλά στις κηδείες μας έρχονται και κλαίνε, δεν έχουμε παράπονο.

Έχεις πει πολλές φορές ότι μετά την εποχή Μελωδία απελευθερώθηκες. Ότι όταν έκλεισε αυτός ο κύκλος έκανες περισσότερο πράγματα που επιθυμούσες. Παρόλα αυτά σου λείπει η αίσθηση της καινούργιας πρότασης; Να ακούσεις ένα τραγούδι και να ξέρεις ότι πρέπει οπωσδήποτε να το βάλεις στην εκπομπή;

Πάντα χαίρομαι όταν ακούω ένα ωραίο καινούργιο τραγούδι αλλά κακά τα ψέμματα εκείνο το ρίγος που ένοιωθα νεαρότερος δεν το έχω πια. Οι Άγγλοι έκαναν μια έρευνα και κατέληξαν πως οι άνθρωποι σταματούν να ψάχνουν για νέα μουσική γύρω στα τριάντα πέντε. Εννοώντας πως ποτέ ξανά δεν θα υπάρξει ο συνδυασμός νεότητας και αναστάτωσης από ένα καινούργιο τραγούδι. Τα μεγάλα τραγούδια της ζωής μου έχουν οριστικά κλειδώσει μέσα μου, δεν είναι πια εύκολο να προστεθεί κάποιο καινούργιο στην λίστα. Δεν μου αρέσει αυτό που λέω, μοιάζει  με παραίτηση από καινούργιους έρωτες, μοιάζει με γηρατειά.

Σε είδαμε στη σκηνή του Μεγάρου για τη συναυλία-αφιέρωμα στο Θάνο Μικρούτσικο να διαβάζεις και να λυγίζεις. Πόσο δύσκολη είναι για σένα αυτή η διαχείριση αυτής της απώλειας;

Είναι πολύ προσωπικό αυτό δεν δεν αποδίδεται με λέξεις. Το μόνο που θέλω να πω είναι πως ποτέ δεν θα γινόμουν τόσο «εξωστρεφής» για μία τόσο σημαντική απώλεια. Δεν θα εκφωνούσα τον επικήδειο, ούτε θα εμφανιζόμουν στην συναυλία στο Μέγαρο αν δεν ήταν επιθυμίες του Θάνου σε γράμμα που είχε αφήσει. Γιατί όταν ανακοινώθηκε η συναυλία το γνωρίζαμε όλοι –και μάλλον και ο ίδιος- πως δεν θα την προλάβαινε.

Μετά την αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις για τον Θάνο σκέφτεσαι να κάνεις κάτι αντίστοιχο με ανθρώπους του χώρου που εκτιμάς; Με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου ίσως;

Με τον Βασίλη ειδικά το κουβεντιάσαμε κάποια στιγμή αλλά δεν μπορέσαμε να συγχρονιστούμε. Δεν ξέρω αν θα γίνει, είναι μια δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία. Με τον Θάνο μας πήρε τέσσερα χρόνια να το ολοκληρώσουμε. Δεν το βλέπω πάντως καθόλου ως κάποια επαγγελματική μου δραστηριότητα να γίνω βιογράφος ανθρώπων που αγαπάω.

Αν και δεν ήταν η πρώτη σου επαφή με την δισκογραφία το «Θάλασσα στη σκάλα» ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά σου και για εμάς μια μεγάλη έκπληξη. Η επιτυχία του δίσκου ήταν για σένα ένα ορόσημο; Μια απόφαση πιο συνειδητή ότι σε αφορά η στιχουργική;

Πάντα το ξεκίνημα είναι όρόσημο ανεξάρτητα από την επιτυχία. Ο Θάνος με έβαλε στον επίσημο χάρτη της δισκογραφίας σε πολύ μικρή ηλικία. Κάποια από τα τραγούδια εκείνου του δίσκου τα είχα γράψει στα είκοσι πέντε μου. Μπήκα στο στούντιο δίπλα σε δύο ιερά τέρατα, τον Θάνο και τον Βασίλη, και μου συμπεριφέρθηκαν με απόλυτο σεβασμό σαν ισότιμο ομότεχνό τους. Την γαιναιοδωρία και των δυο τους την εισπράττω ακόμη μέχρι και σήμερα.

Τελικά ποδόσφαιρο ή μουσική;

Δεν ασχολούμαι ποτέ με την επίλυση διλημμάτων πριν μου τεθούν από την ζωή.

 

Γράψτε το σχόλιο σας