Οι πρόσφατες δηλώσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν περί του «εγκεφαλικού θανάτου» στον οποίο έχει περιέλθει το ΝΑΤΟ, προκάλεσαν πλήθος αντιδράσεων, όμως αποτύπωσαν με γλαφυρό τρόπο ένα πραγματικό πρόβλημα. Την ώρα που το ΝΑΤΟ έχει αναγορευτεί στον πιο μεγάλο οργανισμό ασφαλείας για αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «δυτικό κόσμο», σε ελάχιστο βαθμό αποτελεί όντως το πεδίο στο οποίο αποφασίζονται κοινές πολιτικές.

Ακόμη χειρότερα χώρες με σημαντικό βάρος στο εσωτερικό του προχωρούν συχνά σε μονομερείς ενέργειες, χωρίς συνεννόηση με τα άλλα μέλη της συμμαχίας, με προεξάρχουσα σε αυτό την ίδια την ηγετική δύναμη, δηλαδή τις ΗΠΑ. Αλλά και άλλες σημαντικές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, που διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο συμβατικό στρατό στη συμμαχία, όχι μόνο χαράσσουν πολιτική με δικά τους κριτήρια αλλά έρχονται και σε σύγκρουση με άλλα μέλη της συμμαχίας, στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ακόμη και σε ευθεία αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλης χώρας μέλους.

Την ίδια ώρα το βασικό «αφήγημα» που προβάλλουν οι δυνάμεις που αποδέχονται την αμερικανική εκδοχή του ατλαντισμού, ήτοι η στράτευση του ΝΑΤΟ στον αναδυόμενο «Νέο Ψυχρό Πόλεμο» κατά της Ρωσίας αλλά και της Κίνας, συναντά αντιρρήσεις από χώρες όπως η Γερμανία ή η Γαλλία που δεν θεωρούν αυτονόητη μια τέτοια επανάληψη των γεωπολιτικών διαιρέσεων που χαρακτήρισαν το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

 

ΝΑΤΟ: κατεξοχήν γέννημα του Ψυχρού Πολέμου

Η δημιουργία του ΝΑΤΟ εντάσσεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό πόλεμο. Η μεταπολεμική περίοδος σφραγίστηκε από μια αντιπαράθεση που δεν αφορούσε απλώς το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα σε κράτη, αλλά ανάμεσα σε κοινωνικά συστήματα. Το ΝΑΤΟ διαμορφώθηκε ως μηχανισμός συλλογικής ασφάλειας των καπιταλιστικών χωρών απέναντι στους αντίστοιχους μηχανισμούς του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου».

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων «σοσιαλιστικών κρατών», με την εξαίρεση της Κίνας, της Κούβας και της Βόρειας Κορέας διαμόρφωσε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ένα νέο τοπίο. Αρχικά διατυπώθηκε μάλιστα, κυρίως από ευρωπαϊκές χώρες, σε πρώτη φάση και σε συνεννόηση με τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, η θέση για τη διαμόρφωση νέων μορφών συλλογικών ασφάλειας που να υπερβαίνουν τις προηγούμενες διαιρέσεις, με αφετηρία την Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.

Ωστόσο πολύ σύντομα τα σχέδια αυτά ξεπεράστηκαν από τη σαφή αμερικανική επιμονή για διεύρυνση του ΝΑΤΟ και διατήρησή ως του μηχανισμού συλλογικής ασφάλειας που θα εγγυάτο μια αμερικανική πρωτοκαθεδρία που εξελισσόταν σε πρωτοκαθεδρία. Οι πολεμικές επιχειρήσεις του 1999 κατά της Γιουγκοσλαβίας, θα αποτελέσουν μια κρίσιμη καμπή σε αυτή την κατοχύρωση του ρόλου του ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι η εντεινόμενη στροφή των ΗΠΑ προς έναν «αυτοκρατορικό» στρατιωτικό παρεμβατισμό, ήδη από την επαύριον της 11ης Σεπτεμβρίου, δεν θα οδηγήσει σε κάποια ενδυνάμωση της συμμαχίας. Το ακριβώς αντίθετο: είχαμε τη διάσταση απόψεων σε σχέση με τον πόλεμο εναντίον του Ιράκ του 2003, έναν πόλεμο που στηρίχτηκε σε κατασκευασμένα στοιχεία για «όπλα μαζικής καταστροφής» και οδήγησε σε μια μακρόχρονη αποσταθεροποίηση μιας ολόκληρης περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί δοκιμάστηκε το σχήμα της «συμμαχίας των προθύμων», αντί της συλλογικής απόφασης του ΝΑΤΟ.

 

Η στροφή προς τον «Νέο Ψυχρό Πόλεμο»

Η δεκαετία που πλησιάζει στο τέλος σφραγίστηκε από τη στροφή προς έναν «Νέο Ψυχρό Πόλεμο». Ολοένα και περισσότερο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν τη Ρωσία ως έναν βασικό γεωστρατηγικό αντίπαλο, έναντι του οποίου πρέπει να έχουν τη μέγιστη στρατιωτική προετοιμασία και τον οποίο θα ήθελα να πλήξουν πολιτικά και οικονομικά, την ώρα που τον κατηγορούν για παραβίαση της νομιμότητας σε σχέση με τις εξελίξεις στην ανατολική Ουκρανία και την απόφαση της Κριμαίας για επανένωση με τη Ρωσία, παράλληλα με τις διάφορες και μέχρι τώρα όχι ακριβώς επιβεβαιωμένες κατηγορίες περί ανάμειξης σε εκλογικές μάχες δυτικών χωρών.

 

 

Όμως, η κλιμάκωση αυτή της αντιπαράθεσης, που έχει αρχίσει να παίρνει και διαστάσεις «μάχης εξοπλισμών» δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι βρίσκει σύμφωνους τους άλλους εταίρους του ΝΑΤΟ.

 

Διαβάστε επίσης: Κρεσέντο τουρκικής προκλητικότητας: Τα ελληνικά νησιά δεν έχουν ΑΟΖ

 

Μέχρι τώρα ούτε η Γαλλία θεωρεί ότι πρέπει να αναγάγει τη Ρωσία σε βασική απειλή, ούτε η Γερμανία, που άλλωστε είχε και σημαντικές οικονομικές σχέσεις όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αντίστοιχα, η αμερικανική πρόθεση για συνδυασμό ανάμεσα σε αυτή την γεωπολιτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία και τον οικονομικό πόλεμο με την Κίνα, στην προοπτική της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε έναν «ευρασιατικό πόλο» και τη Δύση, προκαλεί μάλλον περισσότερη ανησυχία παρά συστράτευση σε άλλες χώρες.

Την ίδια ώρα, σε κρίσιμα μέτωπα εμφανίζονται διαφορετικές στρατηγικές. Η συριακή κρίση αποτέλεσε από αυτή την άποψη ένα βασικό πεδίο αποκλινουσών στρατηγικών. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επένδυσαν στη συμμαχία με τις κουρδικές δυνάμεις πολιτοφυλακής, ενισχύοντας «υπαρξιακούς» φόβους της Τουρκίας, την ώρα που η Τουρκία βρέθηκε να είναι τμήμα μιας συνεννόησης με δυνάμεις που κατεξοχήν οι ΗΠΑ θεωρούν αντίπαλες, δηλαδή τη Ρωσία και το Ιράν, ήταν άλλη μια ένδειξη της αδυναμίας να υπάρχει κοινή «νατοϊκή» στάση σε κρίσιμες διεθνείς συγκρούσεις.

 

Η κρίση της αμερικανικής ηγεσίας

Αυτό που συνηθίσαμε να περιγράφουμε τα τελευταία χρόνια ως «αλλοπρόσαλλη» πολιτική του προέδρου Τραμπ είναι στην πραγματικότητα ενδεικτική μιας συνολικότερης δυσκολίας των ΗΠΑ να παίξουν τον ηγετικό τους ρόλο με τον τρόπο που το έκαναν στο παρελθόν.

Η διάχυτη αίσθηση ότι κλιμακώνουν ή αποκλιμακώνουν συγκρούσεις με βασικό κριτήριο τα δικά τους συμφέροντα και όχι κάποιο συνολικότερο σχεδιασμό, σε συνδυασμό με την έξοδο από διεθνείς συμφωνίες που θεωρούνται εμβληματικές ως προς την ανάγκη διεθνούς συνεργασίας, όπως η Συμφωνία των Παρισίων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, κάνει αρκετές χώρες να βλέπουν με ολοένα και μεγαλύτερη καχυποψία τη δυνατότητα των ΗΠΑ να αποτελούν ένα σημείο αναφοράς με τον τρόπο που το έκαναν σε προηγούμενη περίοδο. Αυτό με τη σειρά του επιτείνει την αίσθηση κρίσης προσανατολισμού του ΝΑΤΟ.

 

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ως διαρκές σύμπτωμα κρίσης της συμμαχίας

Λίγα παραδείγματα αναδεικνύουν το δομικό πρόβλημα της συμμαχίας περισσότερο από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δύο χώρες που υπήρξαν εξαρχής κρίσιμοι κόμβοι της συμμαχίας, θεωρούμενες μάλιστα και «προκεχωρημένα φυλάκια» στον αγώνα κατά της ΕΣΣΔ, με τις ένοπλες δυνάμεις τους πλήρως ενταγμένες στις ΝΑΤΟϊκές δομές, βρέθηκαν αντιμέτωπες κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και στην συνέχεια έφτασαν στα πρόθυρα ένοπλης αντιπαράθεσης και το 1987 και το 1996, ενώ ακόμη και σήμερα κάνουν αμυντικό σχεδιασμό ως χώρες που μπορούν να βρεθούν σε εμπόλεμη κατάσταση, παρότι τυπικά ανήκουν στην ίδια συμμαχία.

Ακόμη περισσότερο, η μία από τις δύο χώρες η Τουρκία εδώ και δεκαετίες προβάλλει «αναθεωρητικές» αξιώσεις ως προς την οριοθέτηση των δύο χωρών και έχει κατ’ επανάληψη αμφισβητήσει κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.

Παρ’ όλα αυτά η συνύπαρξη των δύο χωρών εντός των ΝΑΤΟϊκών δομών δεν αποτέλεσε κάποια παράμετρο που να οδηγείς τη διευθέτηση των διμερών αντιθέσεων ή στην κατοχύρωση των βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου.

Ακόμη και σήμερα, μετά τις τελευταίες τουρκικές κινήσεις, με κορυφαία το μνημόνιο συνεργασίας με την διεθνώς αναγνωρισμένη (αλλά όχι και πραγματικά κυρίαρχη) κυβέρνηση της Λιβύης για την οριοθέτηση ΑΟΖ με όρους που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, η αντίδραση του ΝΑΤΟ ήταν απλώς μια γενική έκκληση για συζήτηση και συνεννόηση.

 

 

Η απουσία ευρωπαϊκής εναλλακτικής

Βέβαια όλα αυτά στηρίζονται και στο ότι όλες οι σκέψεις για διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας, υποστηριζόμενη από ανάλογους θεσμούς και κοινές πρακτικές, δεν έχουν ξεπεράσει τα όρια των απλών διακηρύξεων. Η Μεγάλη Βρετανία ούτως ή άλλως είχε προκρίνει την «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και άλλωστε ετοιμάζεται για την έξοδο από την ΕΕ και μόνο η Γαλλία μένει εντός ΕΕ ως πυρηνική δύναμη με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Αυτό εξηγεί γιατί η Γαλλία συχνά επαναφέρει το ζήτημα μιας πιο ενισχυμένης ευρωπαϊκής διάστασης ως προς τη συλλογική ασφάλεια, όμως την ίδια στιγμή δεν πολυσυναντά ανταπόκριση ιδίως από τη Γερμανία που ιδίως σε αυτή τη φάση δεν δείχνει ιδιαίτερα διατεθειμένη να αναλάβει το σημαντικό κόστος μιας πραγματικής επένδυσης σε μια ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική.

Αυτό με τη σειρά του κάνει το ΝΑΤΟ να παραμένει το βασικό σημείο αναφοράς, την ίδια που αποδεικνύεται ολοένα και πιο αδύναμο να αποτελεί το πεδίο άρθρωσης πραγματικά κοινών πολιτικών.

 

Γράψτε το σχόλιο σας