Η Ελλάδα στα προϊστορικά αλλά και τα πρώτα ιστορικά χρόνια είχε πυκνά δάση. Δεν δικαιολογείται εξάλλου η πλούσια μυθολογία με στοιχειά, θεούς και σατύρους που κατακλύζουν τα αρχαία ποιητικά, επικά και λυρικά λογοτεχνικά αλλά και παραδοσιακά προφορικά αφηγήματα.

Οταν η θρησκεία του Διόνυσου άρχισε να κατηφορίζει από τον Βορρά, ερχόμενη από τα όρη και τις περιοχές του Πόντου, το όρος Τμώλος, όταν έφτασε στην Αττική και προχώρησε στην Πελοπόννησο, ενέταξε στους πιστούς της τα προϋπάρχοντα γοητευτικά «τερατίδια» των δασών της Αρκαδίας. Σάτυροι, σιληνοί, δρυάδες, αποτέλεσαν τον διονυσιακό θίασο. Τόσο έντονη ήταν η παρουσία τους στην καθημερινότητα των κατοίκων ήδη από τις αρχές της διονυσιακής τελετής με τον διθύραμβο και τη μετεξέλιξή του στην τραγωδία, δηλαδή κατ’ αρχάς στην ωδή τράγων, όπου παλαιόθεν ο τράγος είναι κατ’ εξοχήν ανεξάντλητο σεξουαλικά ζώο. Και ο τράγος ήταν το ζώο – σύμβολο της νεόκοπης διονυσιακής οργασμικής θρησκείας, του οίνου και της έκστασης.

Ως γνωστόν δεν είναι λίγα τα μεικτά όντα της ελληνικής αρχαίας θρησκείας και μυθολογίας. Οι κένταυροι, οι άρπυιες, οι σειρήνες, οι γοργόνες, ο Μινώταυρος, οι σφίγγες, είναι διάσπαρτα μέσα στις αφηγήσεις αλλά και στα ομηρικά έπη.

Ολα αυτά τα όντα κατοικούν σ’ ένα φυσικό τοπίο, σε δάση ή σε θάλασσες, στις κουφάλες των δέντρων ή σε βραχονησίδες.

Τι σημαίνουν όλα αυτά. Σημαίνουν πως ο τόπος που σήμερα κατοικούμε και τις μέρες αυτές καίγονται και τα λίγα δάση που απέμειναν, ήταν κάποτε κατάφυτος από προαιώνια δέντρα μέσα σε βαθύσκιες εκτάσεις που τις κατοικούσαν αγέλες από ζώα, έντομα, ερπετά και ποτίζονταν από πηγές αρτεσιανές, ρυάκια και μεγάλους ποταμούς.

Οσο κι αν κάλπαζε η φαντασία του Σαίξπηρ, δεν μπορεί κανείς να υποθέσει πως το πυκνό δάσος που περιβάλλει την Αθήνα στο «Ονειρο θερινής νύχτας», που μέσα του χάνονται εραστές και κυκλοφορούν Τιτάνιες και Πουκ, είναι μόνο γέννημα μιας καλπάζουσας φαντασίας.

Βεβαίως και ο θεατρικός Θησέας και η νύμφη του Ιππολύτη είναι αναγεννησιακά ποιητικά πρόσωπα, αλλά η Αθήνα του Σαίξπηρ, όπως και η Ιλλυρία (η σημερινή Νότια Αλβανία) στη «Δωδέκατη Νύχτα» και η εξοχή όπου καταφεύγει για να αποφύγει τις κοινωνικές υποκριτικές συμβάσεις ο «Τίμων ο Αθηναίος», όλα αριστουργήματα του Σαίξπηρ, δανείζονται τις υποθέσεις τους από ιταλικά πρότυπα και τα ιταλικά πρότυπα είναι λογοτεχνικά μοτίβα που δανείστηκαν οι Ρωμαίοι κατακτώντας την Ελλάδα. Εξάλλου, η περιπλάνηση του Οδυσσέα μετά την άλωση περνάει και από τις ιταλικές ακτές και τη Σικελία.

Ο Ευριπίδης τοποθετεί κάπου στον ιταλικό Νότο, στη Σικελία, το σατυρικό του δράμα (το μόνο σωζόμενο) «Κύκλωψ». Είναι η περιοχή που στην κορυφή των ορέων ο Ηφαιστος έχει το εργαστήρι του με το καμίνι και το φυσερό και στα βράχια κοντά στο πέλαγο κατοικούν οι Κύκλωπες και στα μέρη τους φτάνει αναζητώντας νερό το καράβι του Οδυσσέα.

 

Θέλω λοιπόν να τονίσω, πέρα από τη διαπίστωση πως η Ελλάδα κάποτε ήταν κατάφυτη, δασώδης, ήταν μια χώρα κι ένας λαός, ανεξάρτητα από τις φυλετικές του ρίζες που η ζωή του, τα ήθη του, η φαντασία του, και τα πλάσματά της ήταν δεμένα με τη φύση.

Προσοχή να μην πέσουμε στην παγίδα ότι οι πρόγονοί μας ήταν φυσιολάτρες!! Αυτή η ιδιότητα είναι ρομαντική και ανήκει σε εποχές και λαούς που νοσταλγούν ό,τι πια δεν υπάρχει.

Πουθενά στον Ομηρο π.χ. στη Σαπφώ ή στους τραγικούς δεν υπάρχει ούτε μια (1) φράση όπου οι ήρωες ατενίζουν και απολαμβάνουν την καλλονή του τοπίου, ένα ηλιοβασίλεμα ή μια τρικυμία ως θέαμα.

Η φύση στους αρχαίους είναι το σπίτι του ανθρώπου με τα καλά και τα δεινά της. Και η συνύπαρξη μ’ αυτή είναι αγώνισμα, ανταγωνισμός.

Ακόμα και σε έργα της αρχαίας λογοτεχνίας όπως π.χ. ο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή, όπου ο ήρωας ζει σ’ ένα έρημο νησί, κατοικεί σε σπήλαια, τρέφεται κυνηγώντας δεν υπάρχει ούτε ένας στίχος ενατένισης του φυσικού κάλλους ως αυταξίας, όπως μας το κληροδότησε ο ρομαντισμός.

Στην «Τρικυμία» του Σαίξπηρ, όπου ο εξόριστος βασιλιάς και η κόρη του συνυπάρχουν σ’ ένα νησί με τον Αριελ, ξωτικά και το τέρας Κάλιμπαν, δύο διαστροφές της φύσης, απουσιάζει, στην πρωτορομαντική περίοδο, η αισθητική, η αυταξία του φυσικού κάλλους. Η φύση, όπως στην αρχαιότητα, είναι ο χώρος και ο χρόνος μέσα στα οποία συνυπάρχουν, ζουν, δρουν και πεθαίνουν φυτά, ζώα και άνθρωποι. Η τραγωδία του ανθρώπου αρχίζει τη στιγμή που αποστασιοποιείται από τη φύση και όπως όλα τα ζωντανά πεθαίνει, αλλά μόνο αυτός το ξέρει! Ετσι αρχίζει ο πολιτισμός και η φύση γίνεται αντίπαλος.