Η συζήτηση είναι παλιά και έχει ήδη ξεκινήσει και τώρα, από τις πρώτες κιόλας ημέρες της νέας κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη: τι είναι τελικώς αυτό που κρίνει τους πρωθυπουργούς και τη θητεία τους; Οι απαντήσεις προφανώς ποικίλλουν, αφού ο καθένας έχει άλλα μέτρα και σταθμά για να ζυγίσει ένα έργο και μια πολιτική διαδρομή που περνά και από το Μέγαρο Μαξίμου. Η αποτελεσματικότητα, η οικονομία, τα αντανακλαστικά μπροστά στα ζητήματα της καθημερινότητας, όπως και σε μεγαλύτερα διαχρονικά θέματα που απασχολούν μια κοινωνία, ιδίως τα εθνικά, η μεθοδικότητα και η εποπτεία, η ευαισθησία, το ηγετικό κύρος και το πολιτικό στάτους που αναδεικνύει η θέση – εν ολίγοις, εάν ο ένοικος του Μαξίμου χώρεσε στο πρωθυπουργικό κοστούμι και δεν δείχνει πάνω του παράταιρο. Ολα αυτά είναι στοιχεία που παίζουν τον ρόλο τους για την τελική αποτίμηση και κρίνονται και στην κάλπη.

Ωστόσο, πολιτικοί παράγοντες με εμπειρία δεκαετιών έχουν καταλήξει ότι οι πρωθυπουργοί δεν κρίνονται τόσο από τον τρόπο που πολιτεύτηκαν όταν ανέλαβαν την εξουσία, όσο από τον τρόπο που αντιπολιτεύτηκαν νωρίτερα. Οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει στο μυαλό του μέσου ψηφοφόρου μια πρωθυπουργική εικόνα και είναι εκείνοι που τη διαψεύδουν ή την επιβεβαιώνουν.

Στη βάση αυτή θα μπορούσε να κριθεί και κάθε πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης. Παρά την αλλαγή μοντέλου της δεκαετίας του ’80, με τη δημιουργία της λεγόμενης μεσαίας τάξης και τις δομές ενός κοινωνικού κράτους, ακόμη και ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ξέφυγε από τα συνθήματα της δεκαετίας του ’70 για τις «βάσεις του θανάτου», το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ που ήταν το «ίδιο συνδικάτο» και τις κορόνες κατά της Ευρώπης των «μονοπωλίων».

Η κυβέρνηση του Κώστα Μητσοτάκη προφανώς δεν έφερε την «κάθαρση» και ενδυνάμωσε το πελατειακό κράτος, ενώ και ο Κώστας Καραμανλής δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει από τις υποσχέσεις για «επανίδρυση του κράτους» και μια «σεμνή και ταπεινή» διακυβέρνηση, πριν σπάσει κάθε ρεκόρ δημοσιονομικού ελλείμματος. Ο Γιώργος Παπανδρέου ακόμη απολογείται για τα λεφτά που υπάρχουν και μια σπουδή για κυβερνητική εναλλαγή, ενώ τα Ζάππεια του Αντώνη Σαμαρά είχαν ήδη υπονομεύσει μια αντιμνημονιακή ρητορική πριν ακόμη βρεθεί στο Μαξίμου.

Για τον Αλέξη Τσίπρα, τα «σκισμένα Μνημόνια» και μια αντιπολίτευση πεζοδρομίου ήταν εξίσου πρόδηλο ότι δεν προσφέρονταν για μια μακροημέρευση στην πρωθυπουργία, που θα βασιζόταν και σε μια νέα ορθολογική αντιμετώπιση των πραγμάτων. Ακόμη και οι ευκολόπιστοι κατάλαβαν γρήγορα ότι σωτήρες δεν υπάρχουν – και είναι αυτοί που απογοητεύθηκαν περισσότερο.

Ο μόνος που ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα της φθοράς ήταν ο Κώστας Σημίτης, όχι επειδή υπήρξε πραγματιστής και απέφυγε τις προεκλογικές υποσχέσεις, αλλά γιατί βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου χωρίς να χρειαστεί ποτέ να ηγηθεί μιας αντιπολιτευτικής εκστρατείας, ιδίως πολυετούς. Δεν χρειάστηκε ποτέ να καταφύγει σε ασκήσεις λαϊκισμού για να προσεγγίσει το μεγάλο ακροατήριο. Κρινόταν μόνον ως κυβερνήτης. Αν είχε βρεθεί στα έδρανα της αντιπολίτευσης, ακόμη και γι’ αυτόν τον «ψυχρό καθηγητή» ο πειρασμός του λαϊκισμού μπορεί να ήταν ακαταμάχητος.

Το ερώτημα, λοιπόν, επανέρχεται σήμερα, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας αναζητεί μια νέα συνταγή αντιπολίτευσης και ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να καλύψει εγκαίρως τις δικές του αντιπολιτευτικές ακροβασίες.

Ο πρώτος γνωρίζει καλά ότι η εικόνα ενός «ψευδόμενου» πρωθυπουργού ήταν το μεγαλύτερο βαρίδι που του προσέφερε το αντιπολιτευτικό μένος στην πρώτη μνημονιακή πενταετία. Ο νέος Πρωθυπουργός δεν μπήκε μετά το 2016 στην ίδια ατραπό, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα αξιόπιστο προφίλ και να διαμορφώσει την εικόνα ενός πολέμιου του λαϊκισμού. Γνωρίζει κι αυτός καλά, ωστόσο, ότι το Σκοπιανό και η αντιπολιτευτική διαχείρισή του είναι το δικό του τρωτό σημείο. Και οι πρώτες κινήσεις δείχνουν ότι θέλει να το αφήσει πίσω από το ξεκίνημα της δικής του θητείας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο