Η Ελλάδα με τη νέα κυβέρνηση και τη νωπή λαϊκή εντολή του Κυριάκου Μητσοτάκη, έκανε ένα σημαντικό και ορθό βήμα εξόδου στις αγορές μέσω της αγοράς ομολόγων και η προσπάθεια ήταν ομολογουμένως επιτυχημένη.

Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική κυβέρνηση μέσω του ΟΔΔΗΧ που είναι ο οργανισμός  που διαχειρίζεται το δημόσιο χρέος και τις λήξεις των ομολόγων, πέτυχε μία άκρως ικανοποιητική έκδοση ενός 7ετούς ομολόγου με απόδοση μάλιστα κάτω του 2%, στα 1.9% συγκεκριμένα, που είναι το χαμηλότερο επιτόκιο που έχει πετύχει η Ελλάδα από το 2010 και μετά, σε όλα τα χρόνια της κρίσης.

Η άντληση 2,5 δις ευρώ, που είναι ένα σημαντικό ποσό για τα τωρινά δημοσιονομικά δεδομένα, δίνει την δυνατότητα στην κυβέρνηση να αποπληρώσει δάνεια του ΔΝΤ, τα οποία φέρουν υψηλότερο επιτόκιο από τα αντίστοιχα δάνεια της χώρας με τον ESM, γεγονός, που ελαφρύνει το δημόσιο χρέος και εξομαλύνει την καμπύλη επιτοκίων.

Η συγκεκριμένη έκδοση, η οποία μάλιστα έφθασε σε υπερκάλυψη πέντε φορές το ζητούμενο ποσό, πετυχαίνει τεχνικά μία κανονικοποίηση της καμπύλης αποδόσεων των ομολόγων, που σημαίνει πως η χώρα μας αποκτά μεγαλύτερο βάθος στην αγορά και πρόσβαση σε όλο πιο ποιοτικούς επενδυτές.

Η ποιότητα των επενδυτών και των συμμετοχών στις εκδόσεις, είναι ίσης αξίας με το επιτόκιο ή το κουπόνι του ομολόγου, καθώς φανερώνει το πόσο έτοιμοι είναι οι επενδυτές αφενός να αγοράσουν μακροπρόθεσμο ελληνικό χρέος αλλά και πόσο είναι διατεθειμένοι να τα διακρατήσουν.

Επίσης η σημερινή πετυχημένη έκδοση, θα είναι και προπομπός για μεγαλύτερες εκδόσεις σαφώς πιο μακροπρόθεσμες, με προοπτική 15ετίας, έτσι ώστε να υπάρξει σαφής στροφή και εμπιστοσύνη από τους επενδυτές για το αξιόχρεο της χώρας, αλλά και για να υπερβεί χρονικά η Ελλάδα, το ορόσημο του 2032 που είναι η χρονιά που λήγουν τα μέτρα παρέμβασης στο δημόσιο χρέος για την ελάφρυνσή του, όπως έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς με βάση την έκθεση βιωσιμότητας του ΔΝΤ.

Η σταδιακή επαναφορά της εμπιστοσύνης μέσω επιτυχημένων εκδόσεων, σε συνδυασμό μάλιστα με την πλήρη άρση των capital controls, θα δώσει νέα ώθηση στην μείωση των αποδόσεων και θα κάνει ακόμη ευκολότερο για τις συστημικές τράπεζες, να αντλήσουν υψηλότερα κεφάλαια, που θα ενισχύσουν την οργανική τους κερδοφορία και την χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός