Έξι φορές βραβευμένος με Grammy, διεθνώς καταξιωμένος πιανίστας, αρχιμουσικός.  Βλαντίμιρ Ασκενάζυ, επιστρέφει στο πόντιουμ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για την τελευταία συναυλία της χειμερινής καλλιτεχνικής περιόδου. Ξεκινώντας από την ανάλαφρη, γεμάτη χάρη και λεπτό χιούμορ, Όγδοη Συμφωνία του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, σύνθεση ιδιοφυή και ιδιαίτερη, που αρχικά επισκιάστηκε από την εξαιρετικά δημοφιλή Έβδομη, μαζί με την οποία πρωτοπαρουσιάστηκε. Βαθύτατα προσωπική, δημιουργία η οποία αποτυπώνει με σπάνια γλαφυρότητα τη σύγκρουση με τη Μοίρα, η αρμονικά πολύπλοκη Πέμπτη Συμφωνία του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυπου ακολουθεί, δίνει θριαμβευτ ικό φινάλε.

Το σχόλιο του μαέστρου: 
«Ανυπομονώ να επιστρέψω στην Ελλάδα, την οποία επισκέπτομαι συχνά ήδη από τη δεκαετία του ’60. Μας ενώνουν τόσα πολλά ιστορικά και πνευματικά στοιχεία. Επίσης, κάθε φορά που διευθύνω την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, ξέρω ότι η ερμηνεία των μουσικών στη συναυλία θα είναι εξαιρετικά υψηλού επιπέδου».

Το πρόγραμμα με μια ματιά
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770–1827)

Συμφωνία αρ.8 σε φα μείζονα, έργο 93
ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΥ (1840–1893)
Συμφωνία αρ.5 σε μι ελάσσονα, έργο 64
ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Βλαντίμιρ Ασκενάζυ
20:15: Εισαγωγική ομιλία του Χαράλαμπου Γωγιού για τους κατόχους εισιτηρίων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τιμές εισιτηρίων: 45€, 32€, 22€, 12€ και 7€ (εκπτωτικό)
Προπώληση από 14 Σεπτεμβρίου 2018

 

Για την ιστορία…

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Συμφωνία αρ.8 σε φα μείζονα, έργο 93

Allegro vivace e con brio
Allegretto scherzando
Tempo di Minuetto
Allegro vivace

Το καλοκαίρι του 1812, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, ο Μπετόβεν επέλεξε να περάσει τις θερινές του διακοπές μακριά από την αυστριακή πρωτεύουσα και συγκεκριμένα σε γραφικές πόλεις της Βοημίας, όπως το Κάρλσμπαντ και το Τέπλιτσε, που φημίζονταν μεταξύ άλλων για τις ιαματικές τους πηγές. Την ηρεμία και τη μοναξιά εκείνου του καλοκαιριού διέκοψε μόνο η σημαίνουσα συνάντησή του Μπετόβεν με τον γίγαντα του ευρωπαϊκού πνεύματος, Γκαίτε. Τον Ιούλιο ο συνθέτης έγραψε την θρυλική του επιστολή προς την «αθάνατη αγαπημένη», που έγινε η αιτία ανάπτυξης μίας τεράστιας φιλολογίας (και παραφιλολογίας) γύρω από την πραγματική ταυτότητα της γυναίκας στην οποία απευθυνόταν η επιστολή αλλά και γύρω από τα συναισθήματα απελπισμένου έρωτα και μοναξιάς του Γερμανού συνθέτη. Το καλοκαίρι εκείνο το συνθετικό ενδιαφέρον του εστιάστηκε στην σύνθεση της Όγδοης Συμφωνίας του.

Λίγο πριν την επιστροφή στην Βιέννη, τον Οκτώβριο, ο Μπετόβεν έμεινε για λίγο καιρό στο Λιντς, στο σπίτι του μικρότερου αδελφού του, Γιόχαν. Η ερωτική σχέση του Γιόχαν με την οικιακή του βοηθό κάθε άλλο παρά επιδοκιμάστηκε από τον Μπετόβεν και αποτέλεσε αφορμή για μεγάλες οικογενειακές εντάσεις. Παρόλα αυτά στο Λιντς η νέα συμφωνία ολοκληρώθηκε. Η πρεμιέρα της δόθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1814 στη Βιέννη υπό την διεύθυνση του συνθέτη, σε συναυλία στην οποία παρουσιάστηκαν επίσης η Έβδομη Συμφωνία και η Νίκη του Ουέλινγκτον.

Ανάμεσα στα δύο αυτά έργα, η Όγδοη Συμφωνία εμφανώς επισκιάστηκε. Σαφώς μικρότερης διάρκειας από την προηγούμενή της συμφωνία, η Όγδοη είναι ένα έργο ανάλαφρο, γεμάτο χάρη και λεπτό χιούμορ, που προσφέρει μία ματιά αναπάντεχα (για την εποχή και τον δημιουργό της) νοσταλγική στην κλασική διαύγεια και απλότητα των Χάυντν και Μότσαρτ. Οι σύγχρονοι του Μπετόβεν μάταια περίμεναν να συναντήσουν στην Όγδοη τη συνήθη δραματικότητα, που χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του· όταν ο μαθητής του, Καρλ Τσέρνυ, σχολίασε στον δάσκαλό του το γεγονός ότι η Όγδοη ήταν λιγότερο δημοφιλής από την Έβδομη Συμφωνία, εκείνος φέρεται να απάντησε: «Ακριβώς επειδή η Όγδοη είναι τόσο καλύτερη».

Η έλλειψη αργής εισαγωγής στην αρχή του πρώτου μέρους υποδηλώνει εμμέσως την πρόθεση του δημιουργού για ένα έργο απέριττο και άμεσο. Γραμμένο σε φόρμα σονάτας, το πρώτο μέρος βασίζεται σε ένα στιβαρό αλλά κινητικό θέμα, ακολουθούμενο από ένα δεύτερο, που βασίζεται σε ένα απλό, ανιόν σχήμα. Το δεύτερο αυτό θέμα εμφανίζεται αρχικά στην απρόσμενη τονικότητα της ρε μείζονας, πριν επιστρέψει στην «σωστή» τονικότητα της ντο μείζονας. Η ενότητα της επεξεργασίας επικεντρώνεται στην καταιγιστική ανάπτυξη κυρίως του πρώτου θέματος οδηγώντας με μία παρατεταμένη ηχηρότητα στην τυπική επανέκθεση. Η coda είναι ασυνήθιστα εκτενής και λειτουργεί ως μία δεύτερη ευκαιρία ανάπτυξης του θεματικού υλικού.

Το δεύτερο μέρος είναι το συντομότερο μέρος συμφωνίας του Μπετόβεν και δεν είναι ούτε αργό ούτε λυρικό, όπως θα περίμενε κανείς. Αντίθετα, συνιστά μία ευφυή μουσική διακωμώδηση του μετρονόμου, μίας συσκευής που είχε πρόσφατα επινοήσει (ή ακριβέστερα τελειοποιήσει) ο φίλος του Μπετόβεν, Γιόχαν Μέλτσελ. Ευθύς εξαρχής και σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του μέρους τα ξύλινα πνευστά επιδίδονται στο να παίζουν αλλεπάλληλες συγχορδίες staccato κρατώντας έτσι έναν σταθερό παλμό, όπως κάνει και ένας μετρονόμος. Ένα σχήμα 64ων στην κατάληξη του δεύτερου θέματος συμβολίζει χιουμοριστικά κατά πολλούς μία υποτιθέμενη δυσλειτουργία της ανελέητης συσκευής.

Ευφυώς ο Μπετόβεν δεν επέλεξε να γράψει στη συνέχεια ένα σκέρτσο, αφού ήδη το δεύτερο μέρος έχει λίγο πολύ έναν παρεμφερή χαρακτήρα. Προτίμησε να αξιοποιήσει τον παλιό, αριστοκρατικό χορό του μενουέτου, άρρηκτα συνδεδεμένο με μία εποχή και έναν κόσμο, που είχε ανεπιστρεπτί παρέλθει. Το μενουέτο προσφέρει μία έξοχη ευκαιρία χαλάρωσης και νοσταλγικής αναπόλησης. Στο ενδιάμεσο Τρίο τα κόρνα και το κλαρινέτο ξετυλίγουν έναν λυρικό διάλογο υπό την συνοδεία των βιολοντσέλων.

Το φινάλε (σε φόρμα σονάτας – ροντό) αποτελεί μία από τις πιο ανενδοίαστα χαρμόσυνες στιγμές όλου του μπετοβενικού έργου. Το αρχικό μουρμουρητό των εγχόρδων διακόπτεται από ένα δυνατό ντο δίεση, νότα τελείως αναπάντεχη και τονικά ξένη. Αυτή είναι η πρώτη από τις πολλές εκπλήξεις που ακολουθούν, όπως είναι οι σφοδρές αντιθέσεις δυναμικής, οι μακρινές μετατροπίες και αναπάντεχες παύσεις που δεν αφήνουν να διαφανεί η μετέπειτα μουσική εξέλιξη. Την τελευταία φορά που το παραπάνω ντο δίεση ηχεί, γίνεται το πέρασμα για ένα σύντομο επεισόδιο στην τονικότητα της φα δίεση ελάσσονας, που καθιστά την επαναφορά και μεγαλόστομη επικράτηση της αρχικής τονικότητας της φα μείζονας απόλυτα λυτρωτική.