Η ολοκλήρωση της τελικής αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος και τα συνοδευτικά μέτρα για το χρέος βελτιώνουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, αναφέρει ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch σε ανάλυσή του.

Τα μέτρα αυτά, σημειώνει, «είναι σε γενικές γραμμές ευθυγραμμισμένα με τις προσδοκίες μας, όταν αναβαθμίσαμε το αξιόχρεο της Ελλάδα σε Β με θετικές προοπτικές τον Φεβρουάριο».

Η Fitch επισημαίνει ότι δεν περίμενε μείωση στο ονομαστικό ύψος των χρεών που βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα, και τα οποία παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά (148,2% του ΑΕΠ το 2017 από το σύνολο του 178,6%).

Όμως, προσθέτει, το ταμειακό απόθεμα ασφαλείας των 24,1 δισ. ευρώ και η επιμήκυνση των περιόδων αποπληρωμής των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατά ακόμη 10 έτη, περιορίζουν το ρίσκο αναχρηματοδότησης και θα στηρίξουν την πρόσβαση στις αγορές μετά το πρόγραμμα και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους προς τους ιδιώτες πιστωτές.

«Περιμένουμε ότι η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους θα βελτιωθεί με τα μέτρα αυτά, σε συνδυασμό με τη διατηρήσιμη αύξηση του ΑΕΠ, τους μειωμένους πολιτικούς κινδύνους, το ιστορικό των πρωτογενών πλεονασμάτων και δημοσιονομικά μέτρα που θα εφαρμοσθούν έως το 2020», σημειώνει ο οίκος.

Η ανακοίνωση του Eurogroup, προσθέτει η Fitch «είναι συνεπής με την προσδοκία μας για μία «υβριδικά καθαρή» έξοδο από το πρόγραμμα με σημαντικούς όρους.»

» Το Eurogroup επισημαίνει ότι η ελάφρυνση χρέους περιλαμβάνει κίνητρα που διασφαλίζουν τη συνεχιζόμενη υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, μεταξύ των οποίων και πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ως το 2022, καθώς και τις δεσμεύσεις σε ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο αμέσως μετά».

«Το δεύτερο κατά σειρά δημοσιονομικό πλεόνασμα της Ελλάδας πέρυσι έδειξε τη δέσμευση των Αρχών στη δημοσιονομική προσαρμογή. Το εγχώριο πολιτικό πλαίσιο έχει γίνει πιο σταθερό και η σχέση εργασίας της Ελλάδας με τους Ευρωπαίους πιστωτές έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, μειώνοντας τον κίνδυνο σημαντικών ανατροπών στις πολιτικές».

«Παρά ταύτα, οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις πρέπει να διατηρούν πρωτογενή πλεονάσματα για ένα ιδιαίτερα μεγάλο διάστημα και αυτό μπορεί να δημιουργήσει πολιτικές προκλήσεις. Μπορεί να υπάρξουν μερικές ανατροπές πολιτικών στο μέλλον ή οι δημοσιονομικοί στόχοι να χαλαρώσουν, καθώς ο διάλογος συνεχίζεται μεταξύ της Ελλάδας και των δημόσιων πιστωτών της», σημειώνει η Fitch.

Επίσης, σημειώνει η Fitch, η ανακοίνωση του Eurogroup αφήνει περιθώριο ευελιξίας. Αναφέρεται στην πιθανότητα πρόσθετου reprofiling του χρέους «σε ένα αναπάντεχα αντίξοο σενάριο». Το Eurogroup επισημαίνει ότι θα επανεξετάσει το 2032 αν θα χρειαστούν πρόσθετα μέτρα για το χρέος, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι για τις ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης της Αθήνας, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα πετυχαίνει τους δημοσιονομικούς στόχους.

O οίκος αναφέρει ότι η συμφωνία στο Eurogroup σημειώθηκε στο πλαίσιο ενός βελτιούμενου μακροοικονομικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα.

«Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, η βιομηχανική παραγωγή και η στέρεα αύξηση της απασχόλησης στηρίζουν την ανάκαμψη, αν και η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική περιορίζει την κατανάλωση των νοικοκυριών», αναφέρει ο οίκος.

Το πραγματικό ΑΕΠ στο πρώτο τρίμηνο αυξήθηκε 2,3% σε ετήσια βάση και ο δείκτης οικονομικού κλίματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αυξήθηκε σε υψηλό επίπεδο τριών ετών στο πρώτο πεντάμηνο του έτους.

Καθώς η ανάκαμψη «αποκτά «τάση», στηρίζει τα δημόσια οικονομικά. Το πρωτογενές πλεόνασμα της κεντρικής κυβέρνησης στο πρώτο πεντάμηνο ήταν 1,4 δισ. ευρώ υψηλότερο του στόχου, κυρίως λόγω της υπεραπόδοσης των εσόδων και των χαμηλότερων δαπανών για δημόσιες επενδύσεις.

«Ωστόσο, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει προκλήσεις, τις οποίες στοχεύουν να αντιμετωπίσουν οι πολιτικές δεσμεύσεις για το μετά το πρόγραμμα πλαίσιο», σημειώνει ο οίκος.

Η παρακολούθηση, προσθέτει, θα είναι εστιασμένη στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις ιδιωτικοποιήσεις.

«Η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, που παραμένουν υψηλά, στο 48,5% του ενεργητικού τον Μάρτιο, παραμένει βασική πρόκληση και περαιτέρω προβλέψεις είναι πιθανό να απαιτηθούν πριν διαγραφούν. Οι ιδιωτικοποιήσεις κινήθηκαν πιο αργά απ’ ό,τι σε άλλες χώρες που πέρασαν από πρόγραμμα. Η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων μπορεί να βελτιώσει τη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη την οποία υπολογίζουμε σε 1,5%».

Η επόμενη προγραμματισμένη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας είναι προγραμματισμένη για τις 10 Αυγούστου, καταλήγει ο οίκος.

Γράψτε το σχόλιο σας