Οι νέες μητέρες αποκτούν προσωρινά βαθύτερη και πιο μονότονη φωνή μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους, σύμφωνα με βρετανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Evolution and Human Behavior.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σάσεξ, με επικεφαλής τη Δρ Κάζια Πιζάνσκι, ανέλυσαν το ηχόχρωμα της φωνής 40 γυναικών, από τις οποίες οι μισές είχαν γεννήσει για πρώτη φορά και οι άλλες μισές δεν είχαν γεννήσει ποτέ.

Οι ηχογραφήσεις της φωνής των γυναικών της πρώτης ομάδας είχαν γίνει πριν από την εγκυμοσύνη, στη διάρκειά της και μετά από αυτήν.

Διαπιστώθηκε ότι μετά τον τοκετό η φωνή της νέας μητέρας χαμήλωνε σε τόνο κατά μέσο όρο περίπου κατά 5%, δηλαδή πάνω από ένα ημιτόνιο (1,3 ημιτόνια).

Επίσης, ο υψηλότερος δυνατός τόνος της φωνής των νέων μητέρων έπεφτε κατά μέσο όρο κατά 2,2 ημιτόνια ή πάνω από δύο νότες, ενώ η φωνή τους είχε πλέον μικρότερες τονικές διακυμάνσεις, με συνέπεια να γίνεται πιο μονότονη.

Η αλλαγή της φωνής εξαλειφόταν περίπου ένα έτος μετά τη γέννα.

Οι επιστήμονες αποδίδουν την αλλαγή στον τόνο της φωνής, είτε σε μια υποσυνείδητη προσπάθεια των νέων μητέρων να αποπνέουν περισσότερη εξουσία, είτε σε ορμονικές αλλαγές. Αυτό, μεταξύ άλλων, εξηγεί γιατί συχνά δίνεται η συμβουλή στις τραγουδίστριες να μην τραγουδούν τους πρώτους μήνες μετά την απόκτηση παιδιού.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η φωνή μιας γυναίκας αλλάζει ανάλογα με τον κύκλο της γονιμότητας και ο τόνος της ανεβαίνει κάθε μήνα στη φάση της ωορρηξίας, ενώ μειώνεται μετά την εμμηνόπαυση.

Από την άλλη, οι άνθρωποι -άνδρες και γυναίκες- με βαθύτερη φωνή αντιμετωπίζονται εν γένει ως πιο ώριμοι, ικανοί και κυριαρχικοί. Οι επιστήμονες δεν αποκλείουν ότι οι γυναίκες, αντιμέτωπες για πρώτη φορά με την πρόκληση της μητρότητας, καταφεύγουν υποσυνείδητα σε αυτό το τέχνασμα.