Αυτοκριτική για τα λάθη του ΔΝΤ στο πρώτο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, αλλά και αποκαλύψεις για το παρασκήνιο και τις «πιέσεις» που οδήγησαν στο πρώτο μνημόνιο και «επέβαλαν» τη συμμετοχή του Ταμείου σε αυτό περιλαμβάνει η αποκαλυπτική έκθεση του ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης (Independent Evaluation Office – ΙEO) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που δόθηκε στη δημοσιότητα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αποτυχία του Ταμείου να πετύχει ελάφρυνση χρέους στο πλαίσιο του πρώτου πακέτου διάσωσης της Ελλάδας το 2010 παρά το ότι πολλά στελέχη του θεωρούσαν το στοιχείο αυτό κρίσιμο για την επιτυχία του προγράμματος.

«Δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια να διατυπωθεί πειστική οδός για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους στην Ελλάδα, πέρα από το πρόγραμμα της επίσημης χρηματοδότησης, της δημοσιονομικής προσαρμογής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», ανέφερε το Εσωτερικό Γραφείο Αξιολόγησης του ΔΝΤ.

Λαγκάρντ: Το πρόγραμμα υπονομεύτηκε

Η Ελλάδα αποτελεί ειδική περίπτωση σχολιάζει η Κρ.Λαγκάρντ, χωρίς να αρνείται ότι έγιναν λάθη από το Ταμείο, ενώ παραδέχεται ότι η συμμετοχή του Ταμείου στο πρόγραμμα κατά παρέκκλιση του κανονισμού του, έγινε λόγω πολιτικής αναγκαιότητας και μετά από πολιτικές παρεμβάσεις, ώστε η ευρωζώνη «να αγοράσει χρόνο» και να φτιάξει άμυνα.

Αν και παραδέχεται ότι «οι αρχικοί οικονομικοί στόχοι αποδείχθηκαν υπερβολικά φιλόδοξοι» η επικεφαλής του Ταμείου επιλέγει να ρίξει το κύριο μέρος της ευθύνης για την αποτυχία του πρώτου προγράμματος στην ίδια την Ελλάδα, καθώς, -όπως υποστηρίζει- σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι συνέβη στις άλλες μνημονιακές χώρες, «το πρόγραμμα υπονομεύτηκε από επαναλαμβανόμενες πολιτικές κρίσεις, αντιστάσεις από κατεστημένα συμφέροντα και σοβαρά προβλήματα εφαρμογής που οδήγησαν σε πολύ μεγαλύτερη του αναμενόμενου συρρίκνωση της παραγωγής».

Κατά παρέκκλιση των κανόνων η συμμετοχή του ΔΝΤ

Η κατ’ εξαίρεση χρηματοδότηση από το Ταμείο του ελληνικού Προγράμματος, παρόλο που εκτιμούσε ότι το Δημόσιο Χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο, έγινε προκειμένου να αποσοβηθεί ο υψηλός κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης, αναφέρεται στην έκθεση, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στις συνθήκες και τις πολιτικές αναγκαιότητες που επέβαλαν το να χρηματοδοτήσει το Ταμείο το πρόγραμμα αλλάζοντας τον ίδιο του τον κανονισμό (που προέβλεπε ότι πρέπει να εξασφαλίζεται βιωσιμότητα χρέους).

«Το Μάιο του 2010, το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ ενέκρινε μια απόφαση να παράσχει κατ’ εξαίρεση πρόσβαση σε χρηματοδότηση (exceptional access financing) στην Ελλάδα χωρίς να επιδιώξει μια προληπτική αναδιάρθρωση χρέους, αν και το δημόσιο χρέος της είχε κριθεί μη βιώσιμο με υψηλό βαθμό πιθανότητας», αναφέρεται και προστίθεται:

«Ο κίνδυνος μετάστασης ήταν ένας σημαντικός προβληματισμός στη λήψη της απόφασης αυτής. Υπήρξε επιφανειακή εφαρμογή της πολιτικής του ΔΝΤ στην κατ’ εξαίρεση πρόσβαση στους πόρους του Ταμείου, η οποία απαιτεί την έγκαιρη συμμετοχή του Συμβουλίου».

Αφού η έκθεση σημειώνει ότι οι κρίσιμες αποφάσεις ελήφθησαν χωρίς ουσιαστική εμπλοκή του Εκτελεστικού Συμβουλίου αποφαίνεται ότι «η έγκαιρη και ενεργητική εμπλοκή του Συμβουλίου μπορεί να είχε ή να μην είχε οδηγήσει σε μια διαφορετική απόφαση, αλλά θα είχε ενισχύσει την νομιμότητα της όποιας απόφασης».

Η έκθεση δείχνει ότι το ΔΝΤ «προσαρμόστηκε» στις απαιτήσεις των ευρωπαίων που δεν ήθελαν να «αγγίξουν» το χρέος. Έτσι, «το ΔΝΤ έχασε την χαρακτηριστική του ευελιξία ως διαχειριστής κρίσεων. Κει επειδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπραγματευόταν εκ μέρους του Eurogroup, το σχήμα της τρόικας υπέβαλε από την αρχή σε πολιτικές πιέσεις τις τεχνικές κρίσεις του προσωπικού του ΔΝΤ».

Η Έκθεση υποστηρίζει πάντως ότι η Ελλάδα ωφελήθηκε από τη σημαντική ελάφρυνση του Δημοσίου Χρέους το 2012 (με το γνωστό PSI), καθώς και την αναχρηματοδότηση με πολύ ευνοϊκούς όρους από τους επίσημους πιστωτές της και το ΔΝΤ. Επαναλαμβάνει δε την έκκληση του Ταμείου για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους.

Επίσης, με δεδομένη την εμπειρία από τη συμμετοχή του στην τρόικα, το ΔΝΤ αναφέρει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της συνεργασίας του Ταμείου με τις περιφερειακές συμφωνίες χρηματοδότησης.

Λαγκάρντ: Μοναδική περίπτωση η Ελλάδα

Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, σχολιάζοντας την έρευνα, διαχωρίζει τα τρία επιτυχημένα προγράμματα (Ιρλανδίας, Πορτογαλίας και Κύπρου) από αυτό της Ελλάδος, αναγνωρίζοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί «ειδική περίπτωση».

«Η Ελλάδα έθεσε πρόσθετες και μοναδικές προκλήσεις. Με απαράμιλλη διεθνή στήριξη, η χώρα προχώρησε σε μία αξιοσημείωτη δημοσιονομική προσαρμογή» υπογραμμίζει σε δήλωσή της.

«Ωστόσο» προσθέτει «η χώρα επλήγη σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι άλλες χώρες εξαιτίας των αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν από οργανωμένα συμφέροντα, από σοβαρά προβλήματα εφαρμογής του προγράμματος, καθώς και από τις επαναλαμβανόμενες πολιτικές κρίσεις.»

» Τα παραπάνω οδήγησαν σε πολλαπλές κρίσεις, υπονομεύοντας έτσι την εμπιστοσύνη προς τη χώρα, αφήνοντας τον φόβο του Grexit να επικρεμάται. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα η ύφεση στη χώρα να είναι πολύ βαθύτερη σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις του Προγράμματος».

Η Κρ.Λαγκάρντ αναγνωρίζει ότι κανένα από αυτά τα εμπόδια που προέκυψαν κατά την εφαρμογή του προγράμματος δεν είχε προβλεφθεί εκ των προτέρων, με αποτέλεσμα (και με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης) οι αρχικές προβλέψεις για την ιδιοκτησία του προγράμματος και την ανάπτυξη να αποδειχθούν υπερβολικά αισιόδοξες.

«Παρά ταύτα η Ελλάδα παρέμεινε μέλος της ζώνης του ευρώ, επιτυγχάνοντας έτσι τον βασικό στόχο που είχε τεθεί εξ αρχής, τόσο από την ίδια τη χώρα όσο και από τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης» τόνισε.

Η επικεφαλής του Ταμείου χαρακτηρίζει πρωτοφανή την κρίση στην ευρωζώνη μιλώντας για πολύ υψηλή πιθανότητα «μετάδοσης» δεδομένης της έλλειψης «τείχους προστασίας». Γι’ αυτό άλλωστε και δηλώνει ότι τα προγράμματα στα οποία συμμετείχε το ΔΝΤ πέτυχαν να «αγοράσουν χρόνο» για να χτιστούν αυτά τα τείχη και να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση στις αγορές τρεις από τις τέσσερις χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος).

Η Κριστίν Λαγκάρντ παραδέχεται επίσης ότι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές υποτιμήθηκαν αρχικά (αλλά αργότερα διορθώθηκαν) και ότι η ανάκαμψη από την κρίση τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και παγκόσμιο επίπεδο ήταν πιο αδύναμες απ’ όσο αναμένονταν.

Όπως υποστηρίζει η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ ήδη έχουν γίνει αλλαγές με βάση τα διδάγματα από το 2010-2011. Σε αυτά περιλαμβάνει τις τριμηνιαίες αξιολογήσεις, τις αλλαγές στους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές και το μεγαλύτερο ρεαλισμό για το ρυθμό των δομικών μεταρρυθμίσεων.

Ακόμη, σημειώνει πως ενισχύθηκε το πλαίσιο για τις αναλύσεις βιωσιμότητας χρέους, ενώ σε ότι αφορά τη λειτουργία της «τρόικας» (ΔΝΤ, Κομισιόν, ΕΚΤ) αναφέρεται σε εργασία που είναι σε εξέλιξη ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά της.

Υπό αυτό το πρίσμα, όπως αναφέρει το Euro2day.gr, η Κριστίν Λαγκάρντ δεν αποδέχεται την μια από τις πέντε συστάσεις της ανεξάρτητης επιτροπής, αυτής που ζητά «το Εκτελεστικό Συμβούλιο και τη Διοίκηση να αναπτύξει διαδικασίες για να ελαχιστοποιήσει το περιθώριο πολιτικών παρεμβάσεων στην τεχνική ανάλυση του ΔΝΤ».

Όπως δηλώνει η Κριστίν Λαγκάρντ «στηρίζω την αρχή η τεχνική ανάλυση του ΔΝΤ να παραμείνει ανεξάρτητη. Ωστόσο δεν δέχομαι την «υπόθεση» της σύστασης την οποία το IEO απέτυχε να τεκμηριώσει στην έκθεση και γι’ αυτό δεν βλέπω την ανάγκη να αναπτυχθούν νέες διαδικασίες».

Αντίθετα υιοθετεί:

• Την σύσταση να ενισχυθούν οι διαδικασίες στο Εκτελεστικό Συμβούλιο και τη Διοίκηση για να εξασφαλιστεί ότι οι συμφωνηθείσες πολιτικές ακολουθούνται και δεν αλλάζουν χωρίς προσεκτική μελέτη. Όπως δηλώνει η διαδικασία γύρω από την οποία δημιουργήθηκαν οι συστημικές εξαιρέσεις έλαβε χώρα υπό εξαιρετικές συνθήκες και δεσμεύεται να χειριστεί καλύτερα ανάλογες καταστάσεις στο μέλλον αν προκύψει «έκτακτη ανάγκη» όπως αυτή του Μαίου του 2010 (οπότε η Ελλάδα εντάχθηκε στο πρόγραμμα.

• Το ΔΝΤ να ξεκαθαρίσει πως οι κατευθυντήριες γραμμές του σχεδιασμού του προγράμματος εφαρμόζονται σε μέλη νομισματικών ενώσεων.

• Το ΔΝΤ να καθιερώσει μια πολιτική για τη συνεργασία με περιφερειακές χρηματοδοτικές ρυθμίσεις.

• Το Εκτελεστικό Συμβούλιο και η Διοίκηση θα πρέπει να επιβεβαιώσουν τη δέσμευσή τους για τη λογοδοσία και τη διαφάνεια και το ρόλο της ανεξάρτητης αξιολόγησης για την προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης.


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Γράψτε το σχόλιό σας