Αν και έχει εργαστεί εδώ και χρόνια στη σκηνοθεσία (με μεγάλη τηλεοπτική εμπειρία), ο Νίκος Κουτελιδάκης δεν είχε σκηνοθετήσει τη δική του μεγάλου μήκους στο σινεμά. Τώρα το επιχειρεί με μία φιλόδοξη παραγωγή: το Τανγκό των Χριστουγέννων, κινηματογραφική μεταφορά του αγαπημένου μυθιστορήματος του Γιάννη Ξανθούλη και μας μιλά για τηλεόραση, σινεμά, ανεκπλήρωτους έρωτες και το τέλος της ιδεολογίας.

Δείτε τη συνέντευξη σε βίντεο

  • Έχετε μεγάλη σκηνοθετική εμπειρία, ειδικά στην τηλεόραση, αλλά αυτή είναι η πρώτη σας μεγάλου μήκους στο σινεμά. Γιατί αργήσατε τόσο να κάνετε αυτό το βήμα;

Η σκηνοθεσία απλώνεται παντού: στο θέατρο, την τηλεόραση, το σινεμά. Εγώ με ένα συνεργείο δούλευα στην τηλεόραση, με ένα συνεργείο και μία κάμερα δούλεψα και στην ταινία. Βέβαια, στην τηλεόραση πρέπει να σκηνοθετείς σκεπτόμενος ότι οι θεατές που θα το δουν βρίσκονται σε ένα σπίτι. Κι εκεί μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο, να φύγουν. Αυτό πρέπει να το λάβει υπόψη του ένας σκηνοθέτης για να κρατήσει τον θεατή. Στο σινεμά οι συνθήκες είναι άλλες: ο θεατής πηγαίνει σε μία αίθουσα, κάθεται για δύο ώρες και το ενδιαφέρον του είναι συγκεντρωμένο στην ταινία. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες ανάγκες: αφήγησης και αισθητικής. Δεν παύει, όμως, να είναι σκηνοθεσία και το ένα, σκηνοθεσία και το άλλο.

  • Πώς προέκυψε η ιδέα για τη μεταφορά του μυθιστορήματος του Γιάννη Ξανθούλη στο σινεμά;

Το μυθιστόρημα το διάβασα με την προτροπή του Γιάννη Μπέζου που είμαστε φίλοι και είδα ότι είχε όλες τις προδιαγραφές για να γίνει μια καλή ταινία. Το προτείναμε, τότε, στον Καστανιώτη που είναι ο εκδότης και στον Γιάννη Ξανθούλη που είναι ο συγγραφέας και έτσι συνεχίσαμε.

  • Βλέποντας την ταινία είχα την αίσθηση ότι το τανγκό της ταινίας συμβολίζει κάτι…

Το τανγκό είναι ένας χορός ερωτικός. Ξεκινά από την Αργεντινή, μάλλον μετανάστες το έφεραν εκεί και είναι ένας πολύ επικοινωνιακός ερωτικός χορός. Εμείς θέλαμε να δώσουμε αυτό το ρυθμό στην ταινία, να φαίνεται σαν η κάμερα να «χορεύει», ακολουθώντας τα βήματα του τανγκό. Στην ταινία ο χορός χρησιμεύει για να δείξει την επιθυμία του υπολοχαγού να χορέψει με το αντικείμενο του πόθου του, τη γυναίκα του συνταγματάρχη, την ημέρα των Χριστουγέννων.

  • Είναι όμως σαν να περιμένουν οι χαρακτήρες κάτι να συμβεί με αυτό το τανγκό…

Ο θεατής περιμένει κάτι να συμβεί. Και αυτό συμβαίνει και δεν συμβαίνει.

  • Μιλήστε μας για τους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες της ταινίας σας

Και τους τέσσερις τούς διαπερνάει ένας αποκλεισμός. Μια άσχημη κατάσταση που ξεκινά από την περιοχή, τον Έβρο, όπου όλο βρέχει και χιονίζει και έχει κρύο. Ένας τόπος αφιλόξενος. Ο αποκλεισμός ξεκινά κατ’ αρχάς από τη χούντα, την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα, μια καταπιεστική περίοδο για κάθε Έλληνα, συνεχίζεται από το στρατόπεδο και αφορά έπειτα και την προσωπική ιστορία του καθενός.
Ο συνταγματάρχης του Μπέζου θέλει μια μετάθεση στην Αθήνα. Και για την γυναίκα του που έχει πιεστεί στον Έβρο, αλλά και για να προωθήσει την καριέρα του.
Τον υπολοχαγό (Γ.Στάνκογλου) τον καταπιέζει το γεγονός της καταγωγής του (είναι και από τον Έβρο), το ότι δεν μπορεί να φτάσει τη μεσοαστική καταγωγή της γυναίκας των ονείρων του, αλλά και το γεγονός ότι είναι παντρεμένη. Αυτά δεν τον αφήνουν να την πλησιάσει και να της εκμυστηρευτεί τον έρωτά του και να ελπίζει σε ό,τι θα μπορούσε να προκύψει εξ αυτού.
Ο νεαρός Λάζαρος (Αντίνοος Αλμπάνης) έχει σε αμφίβολη κατάσταση ομοφυλοφιλική τάση, η οποία δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί –και δεν ξέρουμε αν ποτέ θα εκδηλωθεί-, ενώ πιέζεται και από τον στρατό και από την αρρώστια της μητέρας του.
Η Ζωή που ερμηνεύει η Βίκυ Παπαδοπούλου είναι μια κοπέλα αστικής οικογένειας της Αθήνας, με πατέρα στρατιωτικό, που μένει στον Χολαργό ή στου Παπάγου. Είναι ένας ευαίσθητος και εύθραυστος χαρακτήρας που την τρομάζει η σχέση της με τον μεγαλύτερό της συνταγματάρχη και θέλει να φύγει από το καταπιεστικό περιβάλλον της περιοχής που έχει ως επίκεντρο τον άνδρα της. Όσον αφορά τον έρωτα, αισθάνεται ότι κάτι μπορεί να της συμβεί. Που ίσως να της συμβαίνει, ίσως και όχι. Όλη η ταινία είναι υπαινικτική και θέμα της είναι οι ανεκπλήρωτες σχέσεις.

  • Η χούντα λειτουργεί στο υπόβαθρο της ταινίας. Υπήρχε κάποιος τρόπος που θέλατε να την παρουσιάσετε;

Οι μόνες αναφορές που γίνονται στη χούντα είναι η γελοιοποίησή της. Δεν μπαίνουμε σε κρίση πολιτική. Βέβαια, κάθε πράξη κινηματογραφική ή καλλιτεχνική είναι και πολιτική. Εμείς στην ταινία θέλαμε να δείξουμε μια σειρά από σκηνές που καυτηριάζουν και γελοιοποιούν τη χούντα.

  • Πόσο εύκολο είναι να ασχολείται κάποιος με την τέχνη σε περιόδους κρίσης;

Είναι πολύ δύσκολο, αλλά είναι το καλύτερο. Για το σινεμά είναι δύσκολο γιατί είναι ακριβή τέχνη, αλλά και στο σινεμά ακόμα, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, μπορείς να κάνεις κινηματογράφο και με μια μικρή κάμερα. Πρέπει να γίνονται ταινίες και ντοκιμαντέρ για να καταγράψουν κάποιοι αυτή την πολύ δύσκολη περίοδο.

  • Πιστεύετε ότι αυτό μπορεί να γίνει σήμερα ή ότι ίσως απαιτείται μια απόσταση από τα γεγονότα για να γίνει η καταγραφή της πραγματικότητας;

Και το ένα και το άλλο. Στο «Τανγκό», για παράδειγμα, αναφερόμαστε –χρόνια μετά- σε ένα ελάχιστο επίπεδο στη χούντα. Νομίζω ότι μπορούν να γίνουν και τα δύο.

  • Υπάρχει διέξοδος στη δύσκολη συγκυρία που ζούμε;

Στην παρούσα κατάσταση ο εχθρός δεν είναι ορατός, δεν είναι όπως στη χούντα που ο «εχθρός» ήταν οι συνταγματάρχες. Δεν υπάρχει και αντίδοτο σε ιδεολογική βάση, γιατί με τη σειρά τους όλες οι ιδεολογίες έχουν ξεφτίσει: και ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός. Οι πολιτικοί τα ‘χουν βρει σκούρα γιατί δεν έχουν τι να προτείνουν, ο κόσμος νομίζει ότι τους έχει ξεπεράσει. Επειδή η τέχνη έχει περάσει μια φάση ισχυρής αποδόμησης, έχω την εντύπωση ότι αυτή την περίοδο τα πράγματα πρέπει να γίνουν παντού σταράτα. Να αρχίσει να δομεί καθένας από τη δική του πλευρά κάτι συγκεκριμένο. Έτσι, θα βάλει ο ένας ένα λιθαράκι, ένα άλλο ο άλλος, για να χτίσουμε ένα οικοδόμημα. Αυτό που χρειάζεται είναι ενέργεια και η τέχνη το προσφέρει αυτό. Δεν είναι, όμως, μόνο η τέχνη. Χρειάζονται ιδέες και φαντασία. Να γίνουν εναλλακτικές καλλιέργειες για παράδειγμα. Εδώ, στην Ακρόπολη, έφτιαξε ένας τέσσερα τρίκυκλα ποδήλατα και τα νοικιάζει. Ξεκίνησε με ένα μικρό κεφάλαιο και βγάζει χρήματα.

  • Θα θέλατε να κάνετε μια δεύτερη ταινία;

Ναι, ναι θα ήθελα. Και όσο γίνεται πιο γρήγορα, γιατί με έχουν πάρει και τα χρόνια (γέλια).

Αγγελική Στελλάκη

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ