Melos – Κριτική
Ο πιανίστας και συνθέτης Βασίλης Τσαμπρόπουλος είναι ο δεύτερος Έλληνας καλλιτέχνης, μετά την Ελένη Καραΐνδρου, που ηχογράφησε για λογαριασμό της εκλεκτικής γερμανικής ετικέτας ECM, η οποία ειδικεύεται στην jazz και στη σύγχρονη έντεχνη μουσική. Η συνεργασία εγκαινιάστηκε το 2000, με την κυκλοφορία από το τρίο του άλμπουμ «Achirana», με μέλη τον Έλληνα πιανίστα, το Νορβηγό μπασίστα Arild Andersen και το βετεράνο Βρετανό ντράμερ John Marshall· μια κυκλοφορία η οποία πρόβαλλε μια σπάνια jazz ιδιοσυγκρασία, λειτουργική τόσο στις υποβλητικές στιγμές όσο και στις πιο περιπετειώδεις συνθέσεις.
Με τη Γερμανίδα βιολοντσελίστα Anja Lechner -γνωστή στους jazz κύκλους για το ενδιαφέρον της για το nuevo tango, που οδήγησε στη δισκογραφική της συνεργασία με τον Αργεντινό άσο του μπαντονεόν Dino Saluzzi- ο Τσαμπρόπουλος συνεργάστηκε για πρώτη φορά για την ηχογράφηση του «Chants, Hymns and Dances» (ECM, 2004), ενός άλμπουμ χτισμένου γύρω από συνθέσεις του Ελληνοαρμένιου φιλοσόφου Georges Ivanovitch Gurdjieff (1866-1949).
Στο «Melos», τη νέα τους σύμπραξη, συναντάμε ξανά τρεις συνθέσεις του Gurdjieff, που λειτουργούν τρόπον τινά ως ορόσημα στη χάραξη της αισθητικής πορείας, αλλά το υπόλοιπο υλικό έχει την υπογραφή του Έλληνα πιανίστα. Στη βελτιστοποίηση του τελικού αποτελέσματος για ορισμένα από τα κομμάτια συνεισφέρει επικουρικά ο Ιταλός περκασιονίστας U.T. Gandhi (κατά κόσμον Umberto Trombetta), επίσης συνεργάτης του Dino Saluzzi, καθώς και των Enrico Rava, Gianluigi Trovesi, Lee Konitz και Miroslav Vitus.
Κοινός παρονομαστής, αλλά και συνισταμένη της συνεργασίας αυτής, είναι ένα ηχητικό πλαίσιο με αναφορά στην κλασική σφαίρα (τόσο ο πιανίστας όσο και η τσελίστα έχουν κλασική μουσική παιδεία). Κατά τον προσφιλή του τρόπο ο Τσαμπρόπουλος ανατρέχει για άντληση έμπνευσης στο βυζαντινό μέλος, χωρίς όμως να αφήνει τη συγκεκριμένη συνιστώσα να κυριαρχήσει επί του συνολικού αποτελέσματος· ο δρόμος προς τα Βαλκάνια και την Ανατολή είναι ένας μόνο από τους πολλούς που ανοίγει -και, ταυτόχρονα, από τους οποίους έρχεται- ο δίσκος.
Σε επίπεδο ψυχικής διάθεσης οι πολλές και ποικίλες εναλλαγές εκτείνονται από την πνευματικότητα («Evocation») και την υποβλητικότητα της απογυμνωμένης ομορφιάς των ήχων («Simplicity») έως την ταραχή της έντονης ρυθμικής δράσης («Reflections», «Sayyid Dance») και τη μεγαλοπρέπεια της γενναιοδωρίας («Song Of Gratitude»).
Παρά τη γενικευμένη διαπίστωση μιας άψογης λειτουργικής συνεργασίας των δύο -ή, κατά περίπτωση, τριών- ερμηνευτών σε ένα «σώμα», οφείλουμε παράλληλα να σημειώσουμε τη διαφύλαξη και τη γόνιμη αξιοποίηση της ερμηνευτικής ελευθερίας με την οποία καθένας από τους μουσικούς διαχειρίζεται τα προσωπικά εκφραστικά του μέσα. Ειδικά η Lechner -έχοντας στα χέρια της το μουσικό εκείνο όργανο που μπορεί καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο έγχορδο να προσεγγίσει το εύρος συχνοτήτων της ανθρώπινης φωνής- υπάρχουν στιγμές που κάνει το βιολοντσέλο να «τραγουδάει».
Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στο χώρο στον οποίο πραγματοποιήθηκε η ηχογράφηση. Πρόκειται για το Auditorio Radio Svizzera στο Λουγκάνο της νότιας Ελβετίας, μια αίθουσα που χρησιμοποιεί συχνά ο Manfred Eicher για ηχογραφήσεις της ECM. Ο μεγάλος χώρος παράγει, μέσω της αντήχησης, ένα πρόσθετο περιεχόμενο αρμονικής πολυπλοκότητας, την οποία ο εκάστοτε ερμηνευτής μπορεί να εντάξει στο εκφραστικό του οπλοστάσιο.
- «Αηδιαστικά μορφωμένοι» – Το νέο trend των social media θα μας κάνει πιο έξυπνους, ή απλά πιο ενοχλητικούς;
- Ιράν: Ο αρχηγός της αστυνομία καλεί τους διαδηλωτές «να παραδοθούν» για να αντιμετωπιστούν με «επιείκεια»
- Ο κομβικός ρόλος του Ζέλσον στην μεγάλη «μάχη» με την Λεβερκούζεν
- LIVE: Παναιτωλικός – Λεβαδειακός
- Reuters: Εντοπίστηκε σπασμένος σύνδεσμος στις ράγες της Κόρδοβα στην Ισπανία
- Ημέρα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: O απαγορευμένος διαφυλετικός έρωτας του για πρώτη φορά στο φως – Χαμένο home video


