Η παρενδυσία, δηλαδή η μεταμφίεση ενός άντρα σε γυναίκα, αποτελούσε για αιώνες τον κανόνα στις παραστατικές τέχνες. Αργότερα, όταν οι γυναίκες απέκτησαν και εκείνες το δικαίωμα να ανεβαίνουν στο σανίδι, οι άντρες ηθοποιοί φορούσαν γυναικεία ρούχα με βασικό σκοπό να προκαλέσουν το γέλιο των θεατών. Ειδικά στο σινεμά, η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε κατά κόρον και οι ανάλογες ταινίες κινούνται σε ένα ευρύ φάσμα σε ό,τι αφορά το έτος παραγωγής, την προέλευση και την ποιότητά τους· από το «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» του Μπίλι Γουάιλντερ μέχρι τις ελληνικές φαρσοκωμωδίες με τον Σταύρο Παράβα. Το «Τούτσι» του Σίντνεϊ Πόλακ, ενός σκηνοθέτη που έχει καταπιαστεί με επιτυχία με όλα σχεδόν τα κινηματογραφικά είδη, κατέχει δικαίως ξεχωριστή θέση σε αυτή την κατηγορία. Κεντρικός ήρωας είναι ένας ταλαντούχος ηθοποιός, που, εξαιτίας του ιδιότροπου χαρακτήρα του, έχει οδηγηθεί στην ανεργία. Μέσα στην απελπισία του, λοιπόν, αποφασίζει να διεκδικήσει ένα γυναικείο ρόλο σε μια σαπουνόπερα μεταμφιεσμένος σε -τι άλλο;- γυναίκα. Και, ω του θαύματος, τα καταφέρνει. Τώρα όμως θα πρέπει να χειριστεί διάφορες δύσκολες καταστάσεις, όπως, π.χ., τον έρωτα που αισθάνεται για τη συμπρωταγωνίστριά του, τον έρωτα ενός άντρα γι’ αυτόν και, κυρίως, τον πληθωρικό χαρακτήρα του θηλυκού του alter ego, που αποδεικνύεται όχι μόνο πιο επιτυχημένο, αλλά και πιο έξυπνο από τον ίδιο.
Παρ’ ότι η ταινία έχει μείνει στη μνήμη των περισσοτέρων ως ένα one man΄s -ή woman΄s, αναλόγως πώς το βλέπει κανείς- show, στην πραγματικότητα είναι ένα καλοκουρδισμένο σύνολο, με πανέξυπνο σενάριο, λειτουργική σκηνοθεσία και εξαιρετικές ερμηνείες όχι μόνο από τον πρωταγωνιστή, αλλά και από τους δευτεραγωνιστές. Ανάμεσα στους τελευταίους συναντάμε τον Μπιλ Μάρεϊ και την Τζίνα Ντέιβις, στις απαρχές της καριέρας τους, καθώς και την Τζέσικα Λανγκ η οποία κέρδισε το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου το 1983. Ο Ντάστιν Χόφμαν, παρά την απολαυστική παρουσία του, έπεσε εκείνη τη χρονιά πάνω στον «Γκάντι» και τον Μπεν Κίνγκσλεϊ και έμεινε χωρίς αγαλματάκι.
Στο πρώτο δισκάκι της διπλής επετειακής αυτής έκδοσης DVD μπορεί κανείς να δει την ταινία στο αυθεντικό μακρόστενο κάδρο της. Η φωτεινή εικόνα αναπλάθει την αισθητική των αρχών της δεκαετίας του 1980 σε όλο της το (αμφιλεγόμενο) μεγαλείο, ενώ ο ήχος έχει διευρυνθεί και έχει γίνει πολυκάναλος, χωρίς όμως ιδιαίτερες επιδόσεις. Ο δεύτερος δίσκος περιλαμβάνει πολλά στοιχεία για το πώς γυρίστηκε η ταινία, καθώς και μερικές κομμένες σκηνές.