51

Το Β Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, το οποίο είχε επιδικάσει υπέρ 26 εργαζομένων του ΤΕΒΕ δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων και επίδομα αδείας για τα έτη 1997-1998, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά το διάστημα που εργάζονταν με συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Μετά από διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων και την απασχόλησή τους ως επιμελητών εισπράξεων ασφαλιστικών εισφορών και ως απογραφέων, με βάση τον Ν. 2839/2000 και σχετική απόφαση του διοικητή του ασφαλιστικού φορέα κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις από το 2.000 με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Οι εργαζόμενοι διεκδίκησαν τα ποσά δώρων και επιδομάτων αδείας για το προγενέστερο διάστημα του 2.000 και το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την αγωγή τους.

Ο Αρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση ως εσφαλμένη, κρίνοντας ότι οι διατάξεις περί εργολαβικής αμοιβής είναι ασυμβίβαστες με την έννοια δώρων εορτών, επιδόματος αδείας κλπ., που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με εξαρτημένη σχέση εργασίας και ότι ο νομοθέτης δεν κωλυόταν να χαρακτηρίσει με τρόπο δεσμευτικό τη σχέση εργασίας ως σύμβασης μίσθωσης έργου.

Επομένως, τονίζει ο Αρειος Πάγος ότι επί συμβάσεων μισθώσεως έργου που συνήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 89 του Ν. 2084/92 από φορείς κοινωνικής ασφάλισης με ιδιώτες, στους οποίους ανατέθηκε η είσπραξη οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, οι συμβάσεις αυτές έχουν κατά νομοθετική επιταγή τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου και όταν ο ανάδοχος παρέχει εξαρτημένη εργασία και δεν επιτρέπεται από το νόμο διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων και συνεπώς δεν οφείλονταν για το διάστημα 97-98 δώρα και επιδόματα αδείας.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ,ΜΠΕ