Πτώση 20% για τις ελληνικές εξαγωγές την τριετία 2002-2004
Τη σημαντικότερη πτώση μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές την τελευταία τριετία. Ωστόσο, οι ελληνικές εξαγωγικές εταιρείες δεν έχουν περιορίσει τα περιθώρια κέρδους τους, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες της ΕΕ.
Τη σημαντικότερη πτώση μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών.
Όπως αναφέρει Το Βήμα, το ανησυχητικό αυτό συμπέρασμα προκύπτει από την τριμηνιαία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την οικονομία της ευρωζώνης, σύμφωνα με την οποία για το χαμένο μερίδιο αγοράς των εξαγωγών της χώρας ευθύνεται τόσο η πτώση της ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος όσο και η άστοχη ελληνική εξειδίκευση σε κλάδους που παραπαίουν και αγορές των οποίων η σημασία φθίνει.
Από τις αρχές του 2002 ως τα τέλη του 2004 οι ελληνικές εξαγωγές είχαν υποχωρήσει περισσότερο από 20%, ποσοστό πτώσης που είναι το μεγαλύτερο στην ευρωζώνη και συγκρίσιμο μόνο με εκείνο της Ιταλίας, η οποία κατέχει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση.
Αντίθετα, η πτώση των εξαγωγών των υπόλοιπων χωρών δεν ξεπέρασε το 10%, ενώ η Γερμανία και η Ισπανία είδαν τις εξαγωγές τους να αυξάνονται, έστω και οριακά. Αν και εκτιμά ότι οι συνολικές εξαγωγές της ευρωζώνης παρουσιάζουν σταθερότητα την τελευταία δεκαετία, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι από τις αρχές του 2002 έχουν επιδεινωθεί λόγω του ισχυρού ευρώ, το οποίο έχει ανατιμηθεί 47% έναντι του δολαρίου την τελευταία τριετία.
Ως αποτέλεσμα της ανόδου του ευρώ στην αγορά συναλλάγματος, από το πρώτο τρίμηνο του 2002 έως και το τελευταίο του 2004 η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών(μεταβολή της πραγματικής ισοτιμίας ως προς το κόστος εργασίας) υποχώρησε κατά 13%, ποσοστό παρόμοιο με το 12,9% της Ισπανίας και χαμηλότερο από το 16,5% της Ιρλανδίας και της Ιταλίας.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι υπάρχουν έντονες διαφορές μεταξύ των επιδόσεων των διαφόρων χωρών της ευρωζώνης, ωστόσο εκτιμά ότι αυτές οφείλονται μόνο εν μέρει -περίπου κατά 40%- στην εξέλιξη των τιμών και του κόστους εργασίας σε κάθε χώρα. Η περίπτωση της Ισπανίας είναι μάλιστα ιδιαίτερα διδακτική καθώς η ανθεκτικότητα του εξαγωγικού της κλάδου ήλθε παρά τη σημαντική επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας ως προς το κόστος.
Σε σχέση με το σύνολο των ανταγωνιστών της χώρας, το ελληνικό κόστος εργασίας αυξήθηκε κατά 3,8%, ενώ η αύξησή του ήταν ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης (6%). Αυτό δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη καθώς οι χώρες των οποίων η διεθνής ανταγωνιστικότητα δέχθηκε το μεγαλύτερο πλήγμα είδαν την ανταγωνιστικότητά τους να υποχωρεί και μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.
Σε αντίθεση με την Ισπανία, ωστόσο, στην Ελλάδα η πτώση της ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος συνδυάστηκε και με τις επιπτώσεις της εξάρτησης του εξαγωγικού κλάδου της χώρας από συγκεκριμένες αγορές και τομείς των οποίων η σημασία μειώνεται. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ακόμη η Φινλανδία, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία και η Ιταλία· αντιθέτως, μαζί με την Ισπανία βρίσκεται η Ιρλανδία, η οποία επωφελήθηκε από την εξειδίκευσή της στις εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας.
Όπως εξηγεί η Επιτροπή, ο προορισμός και η τομεακή εξειδίκευση των εξαγωγών παίζουν σημαντικό ρόλο στις επιδόσεις των εξαγωγών κάθε χώρας. Τα τελευταία χρόνια ευνοούνται ιδιαίτερα η εξειδίκευση στους κλάδους των φαρμάκων και της αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς και οι εξαγωγές προς τις ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ του 1995 και του 2003 ο όγκος των εξαγωγών της ευρωζώνης προς τα νέα κράτη-μέλη αυξήθηκε κατά 140%. Παρά τις δυσμενείς εξελίξεις για την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της χώρας, ωστόσο, οι ελληνικές εξαγωγικές εταιρείες δεν έχουν περιορίσει τα περιθώρια κέρδους τους, κάτι στο οποίο έχει προχωρήσει, για παράδειγμα, η Ιρλανδία προκειμένου να αντεπεξέλθει στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών της ως προς το κόστος.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης το περιθώριο κέρδους του εξαγωγικού κλάδου βελτιώθηκε την τελευταία τριετία μόνο στη Γερμανία και αυτό λόγω της σημαντικής μείωσης του εργατικού κόστους.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.