36

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε την Πέμπτη να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Ελλάδας και οκτώ ακόμη χωρών-μελών για παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την ατμοσφαιρική ρύπανση και τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα.

Η Κομισιόν προσέφυγε κατά της Ελλάδας, του Βελγίου, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Ολλανδίας, της Γερμανίας, του Λουξεμβούργου, της Αυστρίας και της Ισπανίας επειδή δεν ενσωμάτωσαν στο εθνικό δίκαιο κοινοτικές οδηγίες που στόχο έχουν την πρόληψη ή τη μείωση των επιπτώσεων της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

Πρόκειται για ρυθμίσεις που αφορούν την αποτέφρωση των αποβλήτων, τις ανώτατες τιμές για το βενζόλιο και το μονοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, τα εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για το διοξείδιο του άνθρακα, τα οξείδια του αζώτου, τις πτητικές οργανικές ενώσεις και την αμμωνία, καθώς και τις μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης.

Σχολιάζοντας την απόφαση, η επίτροπος Περιβάλλοντος Μαργκότ Βάλστρομ δήλωσε: «Οι καθυστερήσεις έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τους πολίτες σε ό,τι αφορά την πρόκληση προβλημάτων υγείας που σχετίζονται με την χαμηλή ποιότητα του αέρα.»

Οι Οδηγίες αναλυτικά

Αναλυτικότερα, η Επιτροπή προσέφυγε κατά της Ελλάδας, του Βελγίου, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας επειδή δεν κοινοποίησαν μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2000/76/EK, μέχρι την προθεσμία που έληξε στις 28 Δεκεμβρίου 2002, για την αποτέφρωση των αποβλήτων που αποσκοπεί στην πρόληψη ή τον περιορισμό των επιπτώσεων από τη εν λόγω διαδικασία . Με την οδηγία επιβάλλονται αυστηρότερες επιχειρησιακές και τεχνικές απαιτήσεις και καθορίζονται οριακές τιμές εκπομπής για τις μονάδες αποτέφρωσης των αποβλήτων στην ΕΕ.

Ακόμη, η Επιτροπή προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Ελλάδας και της Ολλανδίας επειδή δεν ενσωμάτωσαν μέχρι την προθεσμία της 13ης Δεκεμβρίου 2002 την οδηγία 2000/69/ΕΚ για τις οριακές τιμές βενζολίου και μονοξειδίου του άνθρακα στον αέρα που έχουν στόχο να αποφευχθούν, να προβλεφθούν ή να μειωθούν οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου.

Παράλληλα, η Κομισιόν προσέφυγε κατά της Ελλάδας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ολλανδίας επειδή δεν ενσωμάτωσαν στο εθνικό δίκαιο, όπως όφειλαν μέχρι την προθεσμία που έληξε στις 27 Νοεμβρίου 2002, την οδηγία 2001/81/ΕΚ για τα εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για το διοξείδιο του θείου, τα οξείδια του αζώτου, τις πτητικές οργανικές ενώσεις και την αμμωνία, η οποία αποσκοπεί στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ορίζοντας εθνικά ανώτατα όρια εκπομπής για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους τα οποία πρέπει να τηρήσουν τα κράτη μέλη έως το 2010.

Η Επιτροπή προσέφυγε κατά της Ελλάδας, του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας επειδή δεν ενσωμάτωσαν στο εθνικό δίκαιο μέχρι την προθεσμία της 27ης Νοεμβρίου 2002 την οδηγία 2001/80/ΕΚ για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ρύπων από μεγάλες μονάδες εγκαταστάσεις καύσης. Η οδηγία αποσκοπεί στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από μεγαλύτερης κλίμακας σταθμούς παραγωγής ενέργειας, καθορίζοντας αυστηρές οριακές τιμές για τις εκπομπές διοξειδίου του θείου και διοξειδίου του αζώτου.

Τέλος, η Επιτροπή αποφάσισε να αποστείλει αιτιολογημένη γνώμη, το τελευταίο στάδιο πριν την προσφυγή στο Δικαστήριο, στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία επειδή δεν κοινοποίησαν στοιχεία, όπως οφείλουν από τον κανονισμό 2037/2000, για τις ουσίες που καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος. Ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί στον περιορισμό και ενδεχομένως την κατάργηση της χρήσης χημικών ουσιών που καταστρέφουν την οζονόσφαιρα, η οποία προστατεύει τον πλανήτη από τις επιβλαβείς ηλιακές ακτινοβολίες.

Ο κανονισμός επιβάλλει ακόμη στα κράτη μέλη να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για την προαγωγή της ανάκτησης, της ανακύκλωσης, της ποιοτικής αποκατάστασης και της καταστροφής των ελεγχόμενων ουσιών όπως οι χλωροφθοράνθρακες (CFC), οι πλήρως αλογονομένοι χλωροφθοράνθρακες (HCFC), τα halons και το μεθυλοβρωμίδιο.

Τα κράτη-μέλη υποχρεούνται επίσης να παρέχουν δεδομένα όσον αφορά τις δραστηριότητες που ανέπτυξαν με στόχο να καταστούν υπεύθυνοι οι οργανισμοί και οι χρήστες που αναλαμβάνουν τις εν λόγω δραστηριότητες. Οι χώρες-μέλη οφείλουν να περιγράφουν τα μέτρα που λαμβάνονται για τον περιορισμό των διαρροών των ελεγχόμενων ουσιών και την ελαχιστοποίηση της διαρροής του μεθυλοβρωμιδίου, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του εδάφους και των διαδικασιών που εφαρμόζονται μετά από τη συγκομιδή καλλιεργειών.

Επιπλέον, ο κανονισμός υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να ανταποκρίνονται και σε άλλες απαιτήσεις σχετικά με την υποβολή στοιχείων, συμπεριλαμβανόμενων των δεδομένων για την παρακολούθηση των ετήσιων διαρροών (για τα είδη εξοπλισμού που περιέχουν ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος σε ποσότητες άνω των 3kg). Υποχρεούνται επίσης να υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα του προσωπικού που συμμετέχει στις εν λόγω διαδικασίες και να κοινοποιούν λεπτομερή στοιχεία για τις ποσότητες των ελεγχόμενων ουσιών που έχουν ανακτηθεί, ανακυκλωθεί, αποκατασταθεί ποιοτικά ή καταστραφεί.

ΑΠΕ