Ο πόλεμος δεν στηρίζει την αμερικανική οικονομία όσο στο παρελθόν
Μικρές, στην καλύτερη περίπτωση, είναι οι οικονομικές επιπτώσεις του ιρακινού πολέμου για τις ΗΠΑ, επισημαίνουν οι αναλυτές, καθώς η αμερικανική οικονομία είναι ισχυρότερη πλέον και οι αμυντικές δαπάνες καταλαμβάνουν μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ.
Μικρές, στην καλύτερη περίπτωση, είναι οι οικονομικές επιπτώσεις του ιρακινού πολέμου για τις ΗΠΑ, επισημαίνουν οι αναλυτές, καθώς η αμερικανική οικονομία είναι ισχυρότερη απ ότι σε παλαιότερες συγκρούσεις και οι αμυντικές δαπάνες καταλαμβάνουν μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, σημαντικό ρόλο παίζει επίσης το γεγονός ότι οι ΗΠΑ προχώρησαν στον πόλεμο έχοντας ήδη μεγάλα αμυντικά αποθέματα καθώς και ότι η τεχνολογία επιτρέπει επιθέσεις από μεγαλύτερη απόσταση, μειώνοντας τις απώλειες των υλικών πολέμου και την ανάγκη για ανταλλακτικά.
Βραχυπρόθεσμα, ο πόλεμος στο Ιράκ δεν πυροδοτεί την επέκταση της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης για την ικανοποίηση των στρατιωτικών αναγκών.
«Η σημερινή κατάσταση είναι ολοκληρωτικά διαφορετική» δηλώνει ο Μάρεϊ Γουάντενμπαουμ, πρώην υφυπουργός Οικονομικών στις ΗΠΑ και πρώην επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος του Ρόναλντ Ρίγκαν. Στον αντίποδα, ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πόλεμος στην Κορέα και το Βιετνάμ «είχαν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις» προσθέτει.
Ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος βοήθησε τις ΗΠΑ να εξέλθουν από τη Μεγάλη Ύφεση, ο πόλεμος της Κορέας τροφοδότησε την οικονομική επέκταση της δεκαετίας του 1950, ενώ ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε αρνητικές επιπτώσεις και οδήγησε την αμερικανική οικονομία σε ύφεση.
Το αμερικανικό Κογκρέσο έδωσε το «πράσινο φως» στη χρηματοδότηση του πολέμου στο Ιράκ με 62,6 δισ. δολάρια, ή το 1% του ΑΕΠ. Το ύψος του αμυντικού προϋπολογισμού, εξαιρουμένου του Ιράκ, ανέρχεται στα 366 δισ. δολάρια ή 3,5% του ΑΕΠ. Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι αμυντικές δαπάνες είχαν ανέλθει στο 38% του ΑΕΠ, στην Κορέα στο 14% (το 1953) και στο Βιετνάμ στο 9,4% (το 1966).
Ο πόλεμος στο Ιράκ μάλλον πλήττει παρά ωφελεί την αμερικανική οικονομία, καθώς οι επιχειρήσεις αναβάλλουν τις επενδύσεις τους και τις προσλήψεις., όπως καταδεικνύει το γεγονός ότι το Φεβρουάριο χάθηκαν 308.000 θέσεις εργασίας, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.
Οι ελάχιστες θετικές επιπτώσεις του πολέμου φαίνονται και από την πορεία των μετοχών των αμυντικών εταιρειών. Ο δείκτης αεροναυπηγικών και αμυντικών εταιρειών του Standard & Poors 500 υποχωρεί κατά 33% από τον Ιούλιο του 2002, έναντι πτώσης 11% του S&P 500.