Από τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στην Ευρώπη των «15» κατέχει η Κύπρος
Το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης μεταξύ των υπό ένταξη και υποψηφίων χωρών και ένα από τα μεγαλύτερα στην ΕΕ των «15» εμφανίζει η Κύπρος, όπως προκύπτει από σχετική έκθεση που συντάχθηκε με ευθύνη της αρμόδιας επιτρόπου Αννας Διαμαντοπούλου.
Το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης μεταξύ των υπό ένταξη και υποψηφίων χωρών και ένα από τα μεγαλύτερα στην ΕΕ των «15» εμφανίζει η Κύπρος, όπως προκύπτει από την έκθεση για την κατάσταση της αγοράς εργασίας στις δέκα υπό ένταξη χώρες, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που συντάχθηκε με ευθύνη της αρμόδιας για την Απασχόληση επιτρόπου Αννας Διαμαντοπούλου.
Στην έκθεση, που δόθηκε στη δημοσιότητα την Πέμπτη στις Βρυξέλλες, εξετάζονται επίσης οι προκλήσεις της πολιτικής για την απασχόληση που αντιμετωπίζουν οι δώδεκα αυτές χώρες καθ οδόν προς την ένταξή τους στην ΕΕ.
Σε γενικές γραμμές, η Κομισιόν επισημαίνει ότι οι υπό ένταξη χώρες έχουν σημειώσει πρόοδο, καθιστώντας, όμως, σαφές ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις μεταξύ τους επιδόσεις.
Θεωρεί, ακόμη, ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αυξηθούν τα ποσοστά απασχόλησης, να αυξηθεί η απασχόληση στις υπηρεσίες, να μειωθεί η εξάρτηση από τη γεωργία και τους παραδοσιακούς τομείς και να αυξηθούν τα επίπεδα ικανοτήτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούν στο 2001, η Κύπρος είχε το μεγαλύτερο ποσοστό απασχόλησης μεταξύ των υποψηφίων χωρών και ένα από τα μεγαλύτερα στην ΕΕ των «15», με 67,9%. Το μικρότερο είχε η Βουλγαρία με 50,7%.
Επιπλέον, η Κύπρος εμφανίζει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στην ΕΕ των «25», με 4% του ενεργού πληθυσμού. Το υψηλότερο είχε η Σλοβακία με 19,4%.
Η Κύπρος είχε ακόμη το χαμηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας (άτομα που δεν εργάζονται περισσότερο από 12 μήνες) με 0,9% επί του συνόλου των ανέργων. Το υψηλότερο είχε η Βουλγαρία με 12,5%. Παράλληλα, στην Κύπρο το 71,1% του πληθυσμού απασχολείται στον τομέα των υπηρεσιών, το 24% στη βιομηχανία και το 4,9% στη γεωργία.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έκθεσης, η κ. Διαμαντοπούλου ανέφερε ότι έχει πραγματοποιηθεί πρόοδος στις υποψήφιες χώρες ως προς τους στόχους για περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, αλλά «υπάρχουν μεγάλα χάσματα απόδοσης μεταξύ των επιμέρους χωρών».
Η Επιτροπή, η οποία θα παρουσιάσει νέα έκθεση προόδου το φθινόπωρο του 2003, προσδιορίζει τέσσερις κύριες στρατηγικές προτεραιότητες για τις αγορές εργασίας των υπό ένταξη χωρών:
-Την αύξηση της προσφοράς εργασίας και την επαναφορά του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού σε ηλικία απασχόλησης στην αγορά εργασίας, που είναι σημαντική προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.
-Την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης που, μαζί με την υψηλή αύξηση της παραγωγικότητας, είναι βασικός όρος για την έντονη οικονομική ανάπτυξη, την πραγματική σύγκλιση των εισοδημάτων και την επίτευξη των στόχων απασχόλησης που έχει καθορίσει η ΕΕ (67% το 2005).
-Τη λειτουργία της αγοράς εργασίας που πρέπει να υποστηρίξει την αναδιάρθρωση της οικονομίας και να επιτρέψει στους ανθρώπους να χειριστούν την οικονομική αλλαγή και να αλλάξουν τις παρακμάζουσες σε σύγχρονες βιομηχανίες.
-Τα αυξανόμενα επίπεδα ικανοτήτων για την αντιμετώπιση του προβλήματος ενός γηράσκοντος εργατικού δυναμικού, της αναδιάρθρωσης και των μελλοντικών πιέσεων που έχουν σχέση με την προσαρμογή στην ενιαία αγορά και την αύξηση της παραγωγικότητας στα επίπεδα που απαιτούνται για να είναι ανταγωνιστικές σε μια διευρυμένη ΕΕ.