27

Μείωση 7,6% σημείωσαν το πρώτο εξάμηνο του έτους τα προ φόρων κέρδη του ομίλου της Εθνικής Τράπεζας μετά την αφαίρεση δικαιωμάτων μειοψηφίας και διαμορφώθηκαν στα 157,5 δισ. δρχ. έναντι 170,5 δισ. δραχμές το αντίστοιχο διάστημα του 2000.

Η μείωση οφείλεται, όπως επισημαίνεται στη σχετική ανακοίνωση της τράπεζας, στη μείωση των κερδών συγκεκριμένων εταιρειών του ομίλου, λόγω της αρνητικής χρηματιστηριακής συγκυρίας.


Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι τα αποτελέσματα της Εθνικής ήταν εντός του εύρους των προβλέψεων των αναλυτών.


Αντίθετα, αυξημένα κατά 3,5% σε σχέση με το περυσινό πρώτο εξάμηνο είναι τα προ φόρων κέρδη της Εθνικής Τράπεζας, τα οποία ανήλθαν σε 146,8 δισ. δρχ. έναντι 141,9 δισ. δραχμές.


Τα έσοδα της Εθνικής διαμορφώθηκαν στο πρώτο εξάμηνο του 2001 σε 290,9 δισ. δρχ. έναντι 286,7 δισ. δρχ. το 2000, αυξημένα κατά 1.5%. Σημαντική βελτίωση παρουσιάζει και η σύνθεση των εσόδων αυτών, με τις οργανικές πηγές κερδοφορίας (προ κερδών από αγοραπωλησίες μετοχών) να αντιπροσωπεύουν πλέον το 95% των εσόδων της τράπεζας έναντι 79% στην αντίστοιχη περίοδο του 2000.


Αύξηση του επιτοκιακού περιθωρίου


Στη βελτίωση της σύνθεσης της κερδοφορίας συνέβαλε ιδιαίτερα η κατά 40% αύξηση του καθαρού επιτοκιακού αποτελέσματος της τράπεζας, το οποίο διαμορφώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2001 σε 156,3 δισ. δρχ., έναντι 111,6 δισ. δρχ. στο αντίστοιχο διάστημα του 2000. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αυξήθηκε κατά το α΄ εξάμηνο του 2001 σε 2,32% έναντι 1,95% για ολόκληρη τη χρήση του 2000 και 1,79% για το αντίστοιχο εξάμηνο του 2000.


Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο του ομίλου, βελτιώθηκε σημαντικά σε 2,56% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2001 έναντι 2,19% για τη χρήση 2000 και 1,95% στο πρώτο εξάμηνο του 2000.


Μείωση εσόδων από προμήθειες


Όπως επισημάνεται στην ανακοίνωση, τα έσοδα προμηθειών της τράπεζας εξελίσσονται ικανοποιητικά παρά τη χρηματιστηριακή συγκυρία, η οποία επηρεάζει αρνητικά τις σχετικές με την κεφαλαιαγορά προμήθειες. Ως αποτέλεσμα της δυναμικής αυτής, η μείωση των εσόδων από προμήθειες στο πρώτο εξάμηνο του 2001 περιορίστηκε σε 8,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2000.


Λιανική τραπεζική


Η σημαντική ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας οφείλεται στη εφαρμογή της στρατηγικής της στον τομέα της λιανικής τραπεζικής, καθώς και στον προσανατολισμό της γενικότερης δανειοδοτικής δραστηριότητας στις διεθνείς αγορές. Η πολιτική, όπως επισημαίνουν διοικητικά στελέχη της τράπεζας, στοχεύει στην ευρύτερη διασπορά κινδύνου, στη μεγαλύτερη ρευστότητα και στη διαρκή αναβάθμιση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου της, με την ταυτόχρονη διατήρηση ικανοποιητικών αποδόσεων.


Στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτής, το ύψος των χορηγήσεων και των εταιρικών χρεωγράφων της Εθνικής ανήλθε (στις 30 Ιουνίου 2001) σε 5,72 τρισ. δραχμές, σημειώνοντας αύξηση 21,5% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2000. Τα αντίστοιχα μεγέθη σε επίπεδο ομίλου διαμορφώθηκαν στα 6,76 τρισ. δρχ., αυξημένα κατά 21,3%.


Ο ρυθμός αύξησης των υπολοίπων της καταναλωτικής πίστης (πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά και προσωπικά δάνεια) σε ετησιοποιημένη βάση υπολογίζεται σε 40%. Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2001 σημείωσαν αύξηση 86% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2000, οι δε εκταμιεύσεις καταναλωτικών δανείων αυξήθηκαν κατά 59%.


Παρά τη συνεχιζόμενη διεύρυνση του χορηγητικού χαρτοφυλακίου, η υψηλή καταθετική βάση της τράπεζας διαμορφώνει τη σχέση χορηγήσεων προς καταθέσεις μόλις σε 39%, γεγονός που, σύμφωνα με την Εθνική, επιτρέπει την ομαλή περαιτέρω ανάπτυξη της τράπεζας και τον αποτελεσματικό έλεγχο του κόστους άντλησης κεφαλαίων.


Ιδια κεφάλαια


H προ φόρων απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της Τράπεζας (Return on Average Equity) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2001 παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα και διαμορφώθηκε σε 35,6% έναντι 37,0%. Η προ φόρων απόδοση του ενεργητικού (Return on Assets) παρέμεινε στα επίπεδα του 2000 και υπολογίζεται σε 2,0%. Η προ φόρων απόδοση των ιδίων κεφαλαίων του ομίλου το α΄ εξάμηνο του 2001, υπολογίζεται σε 31,3%, έναντι 34,6% το αντίστοιχο διάστημα του 2000. Η προ φόρων απόδοση του ενεργητικού του ομίλου (Return on Assets) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2001 διαμορφώνεται σε 1,9% έναντι 2,1% το 2000.


Ο συντελεστής αποτελεσματικότητας (Εfficiency Ratio) της παραμένει στα επίπεδα του 50% που αποτελεί το μεσοπρόθεσμο στόχο της τράπεζας (2001: 50,3%, 2000: 48,7%). Η σταθεροποίηση του δείκτη αποτελεσματικότητας στα επίπεδα αυτά οφείλεται κυρίως στη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των δαπανών σε 3,4%, παρά τις σημαντικές δαπάνες εκσυγχρονισμού και τη γενικότερη διεύρυνση των εργασιών της. Ο αντίστοιχος συντελεστής του ομίλου επιβαρύνθηκε από την επίδραση της χρηματιστηριακής συγκυρίας και διαμορφώθηκε σε 54% το πρώτο εξάμηνο του 2001, έναντι 48,1% στην αντίστοιχη περίοδο του 2000.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ