Η έντονη αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με τον αμερικανικό Τύπο δεν είναι καινούργια. Από την πρώτη προεκλογική του εκστρατεία μέχρι και σήμερα έχει χαρακτηρίσει δημοσιογράφους «εχθρούς του λαού», ενώ δεν έκρυψε ποτέ την πεποίθησή του ότι όσοι αρνούνται να αποκαλύψουν τις πηγές τους θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν ακόμη και τη φυλάκιση.

Σύμφωνα με την Ρουθ Μάρκους, σε ανάλυσή της στο New Yorker, αυτή η μακρόχρονη ρητορική φαίνεται πλέον να αποκτά πιο χειροπιαστή μορφή. Αντί για δημόσιες επιθέσεις και πολιτικές δηλώσεις, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο τους μηχανισμούς επιβολής του νόμου για να εντοπίσει όσους διαρρέουν απόρρητες πληροφορίες προς τον Τύπο.

Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία σε οργανώσεις υπεράσπισης της ελευθερίας του Τύπου, καθώς θεωρούν ότι απειλεί τον θεμελιώδη κανόνα της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών.

YouTube video player

Οι παλαιότερες δηλώσεις του Τραμπ

Η Μάρκους υπενθυμίζει ότι ο Τραμπ είχε προαναγγείλει εδώ και χρόνια μια πιο επιθετική στάση απέναντι στους δημοσιογράφους.

Κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2022, με αφορμή τη διαρροή του σχεδίου απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dobbs, είχε δηλώσει ότι ο ευκολότερος τρόπος για να αποκαλυφθεί ο υπεύθυνος ήταν να οδηγηθεί στη φυλακή ο δημοσιογράφος που δημοσίευσε τις πληροφορίες, μέχρι να αποκαλύψει την πηγή του.

Αντίστοιχα, τον περασμένο Απρίλιο, μετά τη δημοσίευση πληροφοριών για την κατάρριψη αμερικανικού μαχητικού αεροσκάφους στο Ιράν, είχε δηλώσει ότι η κυβέρνηση θα απαιτούσε από το μέσο ενημέρωσης να αποκαλύψει την πηγή της διαρροής, διαφορετικά οι υπεύθυνοι θα μπορούσαν να οδηγηθούν στη φυλακή.

Παρότι καμία από αυτές τις απειλές δεν υλοποιήθηκε, η αρθρογράφος εκτιμά ότι οι πρόσφατες κινήσεις της κυβέρνησης δείχνουν μια διαφορετική προσέγγιση.

YouTube video player

Η υπόθεση του νέου Air Force One

Η αφορμή ήταν δημοσίευμα των New York Times σχετικά με το νέο προεδρικό αεροσκάφος που απέκτησε ο Ντόναλντ Τραμπ από το Κατάρ.

Η εφημερίδα αποκάλυψε ότι το αεροσκάφος δεν διέθετε ακόμη πλήρες σύστημα αντιπυραυλικής προστασίας, γεγονός που υποχρέωσε τον Αμερικανό πρόεδρο να χρησιμοποιήσει διαφορετικό αεροσκάφος για μέρος της επιστροφής του από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ανώτερος αξιωματούχος του FBI είχε ζητήσει από τους New York Times να καθυστερήσουν τη δημοσίευση επικαλούμενος λόγους εθνικής ασφάλειας. Η εφημερίδα αρνήθηκε.

Δύο ημέρες αργότερα, τρεις δημοσιογράφοι της εφημερίδας έλαβαν κλήσεις να καταθέσουν ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων στο Μανχάταν.

Οι New York Times προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη ζητώντας την ακύρωση των κλήσεων, υποστηρίζοντας ότι δεν εξυπηρετούν πραγματικές ανακριτικές ανάγκες αλλά χρησιμοποιούνται ως μέσο τιμωρίας της εφημερίδας για τη δημοσιογραφική της κάλυψη.

YouTube video player

Οι καταγγελίες για πολιτική παρέμβαση

Η υπόθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη διάσταση όταν οι New York Times ανέφεραν ότι ο Λευκός Οίκος είχε ζητήσει από τον διευθυντή του FBI, Κας Πατέλ, να επιβλέψει προσωπικά την έρευνα για τη διαρροή.

Κατά την ίδια ημέρα που εκδόθηκαν οι κλήσεις, ο Πατέλ φέρεται να βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, γεγονός που, σύμφωνα με την εφημερίδα, απέχει από τον συνήθη τρόπο λειτουργίας των ομοσπονδιακών ερευνών.

Για τη Μάρκους, η εικόνα αυτή ενισχύει τις ανησυχίες ότι οι έρευνες για τις διαρροές μπορεί να αποκτούν πολιτικά χαρακτηριστικά.

YouTube video player

Η απάντηση του υπουργείου Δικαιοσύνης

Η κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά ότι στοχοποιεί δημοσιογράφους.

Ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς υποστήριξε ότι οι δημοσιογράφοι δεν αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι, αλλά ως ουσιώδεις μάρτυρες μιας ποινικής έρευνας.

Όπως δήλωσε, στόχος των ανακριτικών αρχών είναι να εντοπιστεί ποιος διέρρευσε διαβαθμισμένες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας και όχι να ποινικοποιηθεί η δημοσιογραφική εργασία.

Ωστόσο, η Μάρκους επισημαίνει ότι η διάκριση αυτή δεν καθησυχάζει τα μέσα ενημέρωσης.

YouTube video player

Γιατί η προστασία των πηγών θεωρείται κρίσιμη

Η προστασία της ανωνυμίας των πηγών αποτελεί μία από τις βασικές αρχές της ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Εάν οι κρατικοί λειτουργοί πιστέψουν ότι οι δημοσιογράφοι μπορούν να υποχρεωθούν εύκολα να αποκαλύψουν ποιος τους μίλησε, είναι πιθανό να σταματήσουν να παρέχουν πληροφορίες που αφορούν ζητήματα δημοσίου συμφέροντος.

Ο εκτελεστικός διευθυντής των New York Times, Τζόζεφ Καν, υποστήριξε ότι η αποστολή του ανεξάρτητου Τύπου είναι να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις διαχειρίζονται ζητήματα εθνικής ασφάλειας και δημόσιου χρήματος, ακόμη κι όταν αυτό προκαλεί δυσφορία στην εκάστοτε εξουσία.

Η Μάρκους θέτει επίσης το ερώτημα κατά πόσο η έντονη αντίδραση του Τραμπ οφειλόταν πραγματικά σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας ή στην πολιτική ζημιά που προκάλεσε η αποκάλυψη προβλημάτων σε ένα ιδιαίτερα ακριβό προεδρικό αεροσκάφος.

YouTube video player

Οι προηγούμενες υποθέσεις

Η υπόθεση των New York Times δεν είναι η μοναδική.

Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, πράκτορες του FBI πραγματοποίησαν έρευνα στο σπίτι της δημοσιογράφου της Washington Post Χάνα Νάτανσον, κατασχέτοντας ηλεκτρονικές συσκευές στο πλαίσιο έρευνας για διαβαθμισμένα έγγραφα.

Παράλληλα, δημοσιογράφοι της Washington Post και της Wall Street Journal είχαν δεχθεί επίσης κλήσεις σε άλλες υποθέσεις διαρροών, οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν μετά από δικαστικές προσφυγές των μέσων ενημέρωσης.

YouTube video player

Ο φόβος για ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ρεπόρτερ για την Ελευθερία του Τύπου, Μπρους Μπράουν, εκφράζει τον φόβο ότι η επόμενη κλιμάκωση θα μπορούσε να είναι ακόμη σοβαρότερη.

Όπως σημειώνει, η μεγαλύτερη ανησυχία είναι το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί ακόμη και ο Νόμος περί Κατασκοπείας (Espionage Act) εναντίον δημοσιογράφων που δημοσιεύουν διαβαθμισμένες πληροφορίες.

Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ιστορική τομή για την ελευθερία του Τύπου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

YouTube video player

Τι προβλέπει η νομοθεσία

Η Μάρκους επισημαίνει ότι τόσο Δημοκρατικές όσο και Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις έχουν κατά το παρελθόν καλέσει δημοσιογράφους να καταθέσουν σε υποθέσεις διαρροών, όμως αυτό συνέβαινε εξαιρετικά σπάνια και μόνο όταν είχαν εξαντληθεί όλες οι άλλες δυνατότητες διερεύνησης.

Από το 1970 το υπουργείο Δικαιοσύνης διαθέτει εσωτερικές οδηγίες που προβλέπουν ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να καλούνται μόνο όταν οι πληροφορίες τους θεωρούνται απολύτως απαραίτητες για μια έρευνα.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο νομικός Γκέιμπ Ρότμαν, οι οδηγίες αυτές δεν αποτελούν νόμο και δεν μπορούν να επιβληθούν δικαστικά, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στην εκάστοτε κυβέρνηση.

YouTube video player

Ο κίνδυνος του «παγώματος» της δημοσιογραφίας

Η αρθρογράφος του New Yorker καταλήγει ότι ακόμη κι αν οι δημοσιογράφοι των New York Times δεν οδηγηθούν ποτέ στη φυλακή, η ίδια η διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Μεγάλοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί διαθέτουν τους οικονομικούς και νομικούς πόρους για να αντέξουν πολυετείς δικαστικές μάχες. Το ίδιο όμως δεν ισχύει για μικρότερα μέσα ενημέρωσης, τα οποία ενδέχεται να αποφεύγουν ευαίσθητα ρεπορτάζ υπό τον φόβο ότι θα βρεθούν στο στόχαστρο της κυβέρνησης.

Κατά τη Ρουθ Μάρκους, αυτός ο αποτρεπτικός αντίκτυπος ίσως αποδειχθεί η σοβαρότερη συνέπεια της νέας στρατηγικής απέναντι στον Τύπο, καθώς μπορεί να περιορίσει τη διάθεση για αποκαλύψεις και να δυσκολέψει τον δημόσιο έλεγχο της εξουσίας.