Τετάρτη 01 Ιουλίου 2026
weather-icon 33o
Φτιάχνοντας κράτος ξανά

Φτιάχνοντας κράτος ξανά

Η μεγάλη πρόκληση για όποια κυβέρνηση έρθει στην εξουσία μετά την αναπόφευκτη πολιτική αλλαγή είναι να ανακτήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στο κράτος, αποδεικνύοντας ότι αυτό μπορεί όντως να λειτουργεί υπέρ της

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Στη χώρα μας αντιμετωπίζουμε μια πραγματική κρίση του κράτους. Οι πολίτες έχουν την αίσθηση ότι αυτό δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, ότι δεν προσφέρει το αναγκαίο αίσθημα ασφάλειας (που υπερβαίνει κατά πολύ τις αρμοδιότητες της αστυνομίας), ότι κάποιες φορές είναι απλώς απόν, οπότε «κατά τύχη ζούμε», όπως και ότι όταν δεν είναι εχθρικό είναι απλώς διεφθαρμένο.

Η διάχυτη αυτή αίσθηση, που αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, έρχεται σε σύγκρουση με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποδείξει ότι το κράτος λειτουργεί πιο γρήγορα και αποτελεσματικά επειδή έχει προχωρήσει η ψηφιοποίησή του.

Στην πραγματικότητα εδώ και καιρό το κράτος στη χώρα μας γίνεται όλο και πιο ουσιωδώς αναποτελεσματικό, δυσλειτουργικό και εχθρικό προς την κοινωνία.

Καταρχάς, έχουμε μια σημαντική απομείωση της ικανότητας του κράτους να σχεδιάζει και να χαράσσει πολιτική. Σήμερα τα υπουργεία σε μεγάλο βαθμό γίνονται διεκπεραιωτές της διανομής ευρωπαϊκών και εθνικών κονδυλίων, σε διάφορες δράσεις, με τον πραγματικό σχεδιασμό να γίνεται από τις διάφορες εταιρείες συμβούλων που αναλαμβάνουν τη διαχείριση και ουσιαστικά διαμορφώνουν το πλαίσιο. Δηλαδή, εδώ και καιρό δεν είναι τα υπουργεία που σχεδιάζουν τις πολιτικές ή τα έργα. Απλώς επιλέγουν τα έργα και τις χρηματοδοτήσεις, προσλαμβάνουν τις εταιρείες συμβούλων που κάνουν τον ουσιαστικό σχεδιασμό για έργα που ούτως ή άλλως ιδιωτικές εταιρείες τα αναλαμβάνουν. Όμως, με αυτόν τον τρόπο ούτε ουσιαστικός σχεδιασμός γίνεται, ούτε σοβαρή παρακολούθηση της διαχείρισης, ούτε αποτίμηση της αποτελεσματικότητας, αφού το μόνο που μετράει είναι η απορροφησιμότητα. Και βέβαια αυτό διαμορφώνει το έδαφος και για πρακτικές διασπάθισης πόρων και διαφθοράς. Πάνω από όλα ένα κράτος που διαχειρίζεται ροές και τεχνικά δελτία έργων δεν μπορεί να έχει πραγματικά πολιτική για οποιονδήποτε τομέα.

Πριν από μερικές δεκαετίες στα υπουργεία υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι γνώριζαν την κατάσταση στο πεδίο, από την συνολική ιπποδύναμη των εργοστασίων έως λεπτομερή στοιχεία για τις καλλιέργειες ή τα γεωλογικά δεδομένα. Σήμερα, η βασική δεξιότητα είναι να μπορούν να εξασφαλίζουν γρήγορη διεκπεραίωση χρηματοδοτήσεων.

Αυτό δεν είναι μόνο ένα θέμα τεχνικό ή και διοικητικό. Σταδιακά, υποχώρησε ο βαθμός στον οποίο ήταν τα υπουργεία και οι κυβερνήσεις που οραματίζονταν έργα ή μεγάλες παρεμβάσεις, έκαναν τον σχεδιασμό και μετά ανέθεταν στον ιδιωτικό τομέα την κατασκευή και την υλοποίηση. Σήμερα, σχεδιασμό κάνουν πολύ περισσότερο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις για να προωθήσουν τη δική τους πρόταση για το πώς πρέπει να προχωρήσουν οι βασικές προτεραιότητες για τη χώρα, παρά οι κυβερνήσεις. Δεν θέλω να αμφισβητήσω ότι συχνά οι επιχειρήσεις έχουν βαθιά γνώση και εμπειρία, όμως αυτό δεν αναιρεί ότι εδώ υπάρχει ένα έλλειμμα πολιτικής.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν έχουμε μια κυβέρνηση εδώ και επτά χρόνια που δεν ακολουθεί μόνο αυτή την τάση – που δεν είναι μόνο ελληνική και στην Ευρώπη μιλάνε για consultocracy για αυτή τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στις εταιρείες συμβούλων – αλλά και ιδεολογικά αντιμετωπίζει εχθρικά το κράτος και οτιδήποτε το δημόσιο.

Μόνο που εάν μέναμε μόνο στην ιδεολογική εμμονή της κυβέρνησης σε αυτή την υποτίμηση του κράτους, θα χάναμε μια άλλη διάσταση, που είναι ακριβώς η χειραγώγηση της όλης διαδικασίας με σκοπό το ίδιον πολιτικό όφελος. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση συνειδητά χρησιμοποίησε τη διαχείριση των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων ως τρόπο όχι απλώς να ενισχύσει κάποιες επιχειρήσεις, αλλά και να έχει σημαντικό πολιτικό όφελος. Ο τρόπος για παράδειγμα που μέσα από έναν κυκεώνα αναθέσεων ευνοήθηκαν συγκεκριμένοι όμιλοι που με τη σειρά τους δεν παρέλειψαν να εκφράσουν ευγνωμοσύνη στην κυβέρνηση επενδύοντας και στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος είναι πολύ χαρακτηριστικός.

Την ίδια ώρα αυτή η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με εχθρότητα τους ανθρώπους που εργάζονται στον δημόσιο τομέα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο πρωθυπουργός συχνά πυκνά τα βάζει με το «βαθύ κράτος», συντηρώντας μια μυθολογία για το δημόσιο, όταν στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι οι δικές του επιλογές και ο τρόπος που διαχειρίζεται το κράτος η δική του κυβέρνηση.  Δεν είναι τυχαίο ότι περίοπτη θέση στη Συνταγματική Αναθεώρηση έχει η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Όμως, αυτό υπονομεύει το κράτος. Αντιμέτωποι με αμοιβές πολύ χαμηλές, αλλά και ένα όλο και πιο αυταρχικό πλαίσιο οι δημόσιοι υπάλληλοι σε τομείς όπως η εκπαίδευση ή η υγεία, φτάνουν στο όριο. Γι’ αυτό και βλέπουμε αυξημένες παραιτήσεις εκπαιδευτικών και γιατρούς που δείχνουν απροθυμία να στελεχώσουν θέσεις. Αντίστοιχα, κλάδοι υψηλού κύρος, όπως είναι οι αρχαιολόγοι της αρχαιολογικής υπηρεσίας αντιμετωπίζονται ως «εχθροί της ανάπτυξης» επειδή επιμένουν να τηρούν την ισχύουσα νομοθεσία.

Ακόμη και στα σώματα ασφαλείας, παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να τα αντιμετωπίσει ως βασικό πυλώνα της εκλογικής πελατείας της, πολλά είναι τα παράπονα  ότι δεν αισθάνονται ότι έχουν την υποστήριξη που τους αναλογεί.

Την ίδια ώρα παρά τους διαρκείς πανηγυρισμούς της κυβέρνησης για την πορεία ψηφιοποίησης του κράτους, η γραφειοκρατία κάθε άλλο παρά έχει μειωθεί. Απλώς έχει μεταφερθεί από το γκισέ στην οθόνη, με τον πολίτη να κοιτάζει συχνά ανήμπορος μην έχοντας καν τη δυνατότητα να απευθυνθεί στον υπάλληλο και να ζητήσει μια βοήθεια.

Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στο πώς λειτουργεί το κράτος. Γιατί είναι προφανές ότι το κράτος δεν κρίνεται από το εάν μπορεί να προσφέρει τη μία ή την άλλη ψηφιακή εφαρμογή, αλλά από το πώς ανταποκρίνεται σε προκλήσεις. Να το πω διαφορετικά: η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτή κατάφερε να θέσει σε λειτουργία το 112, όμως είναι σαφές ότι αυτό δεν αρκεί, γιατί δουλειά του κράτους δεν είναι να εξασφαλίζει μόνο ότι δεν θα υπάρξουν θύματα, αλλά και να προλαμβάνει και να κάνει σχεδιασμό για τις φυσικές καταστροφές ή για οποιαδήποτε μείζονα κρίση. Και εδώ ο απολογισμός της κυβέρνησης κάθε άλλο παρά καλός είναι. Στην πανδημία η χώρα μας είχε από τις χειρότερες στατιστικές στην Ευρώπη, στα Τέμπη είχαμε μια πραγματική κατάρρευση του κράτους ως προς τη στοιχειώδη υποχρέωση να εξασφαλίζει την ασφάλεια των μεταφορών, ο Ντάνιελ εξακολουθεί να υπογραμμίζει πόσο απροετοίμαστοι παραμένουμε απέναντι στις απειλές που φέρνει η κλιματική αλλαγή.

Όμως, δεν είναι μόνο το κομμάτι της ασφάλειας. Ενδεικτική της σημερινής κρίσης του κράτους και η αμηχανία μπροστά στο τέλος πλέον του Ταμείου Ανάκαμψης και η συνειδητοποίηση ότι αυτό ούτε απορροφήθηκε πλήρως, ούτε βέβαια και αξιοποιήθηκε στο σύνολό του για έργα και επενδύσεις που θα έδιναν αναπτυξιακή ώθηση. Γιατί αυτό απαιτούσε έναν εξαρχής σχεδιασμό που ήταν πολύ πέρα από τις δυνατότητες ενός αποδυναμωμένου κράτους προσανατολισμένου κυρίως στην απορροφησιμότητα και όχι στον σοβαρό οικονομικό σχεδιασμό. Ενός κράτους που θα μπορούσε να προκρίνει τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, να φτιάξει υποδομές που πραγματικά ήταν αναγκαίες, να ιεραρχήσει έργα, να συμβάλει στο να ξεπεραστούν εμπόδια για μεγάλα έργα.

Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και αυτό που λέμε «κρίση θεσμών». Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μια κυβέρνηση που έχει επενδύσει ιδιαίτερα στην αύξηση της ποινικής καταστολής – επί της ουσίας η σωφρονιστική και αντιεγκληματική πολιτική συμπυκνώνεται στις αυστηρές ποινές – την ίδια στιγμή έχει επιλέξει μια τόσο συστηματική χειραγώγηση της δικαιοσύνης – πρωτίστως για να εξασφαλίζει ασυλία η ίδια – που έχει οδηγήσει σε αποδεδειγμένη μειωμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό της δικαιοσύνης. Όμως, όταν οι πολίτες δεν έχουν εμπιστοσύνη σε ένα θεσμό αυτό έχει αλυσιδωτά αποτελέσματα στο πώς συμπεριφέρονται, στο εάν αισθάνονται ασφαλείς, στο πώς αντιμετωπίζουν τις συναλλαγές τους. Και βεβαίως αυτό επεκτείνεται και στον κόσμο των επιχειρήσεων και το εάν θεωρούν ότι υπάρχει νομιμότητα και «κανόνες του παιχνιδιού».

Ούτε είναι άσχετο με όλα αυτά o τρόπος που διαρκώς η κυβέρνηση υποτιμά τα πανεπιστήμια και υπονομεύει τη δυνατότητά τους να είναι οι «δεξαμενές σκέψης» που θα μπορούσαν να συμβάλουν αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας και μια νέα πορεία.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι όποια κυβέρνηση έρθει στην εξουσία μετά από μια πολιτική αλλαγή που φαντάζει πλέον αναπόφευκτη, θα έχει μια πολύ μεγάλη πρόκληση που θα είναι ακριβώς να ξαναφτιάξει κράτος. Αυτό δεν σημαίνει απλώς να καταπολεμήσει τη διαφθορά, ούτε μόνο να στηρίξει τους δημοσίους υπαλλήλους. Σημαίνει να ξανασχεδιάσει τρόπους και θεσμούς, ώστε το κράτος να είναι όντως επιτελείο μιας νέας πορείας της χώρας (και όχι απλώς «επιτελικό κράτος» κομματικής εξυπηρέτησης). Σημαίνει να ανασυγκροτήσει τη δυνατότητα του κράτους να είναι ένας χώρος που συγκεντρώνει πληροφορία και γνώση, σκέφτεται και άρα μπορεί να κάνει σχεδιασμό. Και είναι σε αυτή τη βάση που το κράτος θα μπορέσει να είναι όντως στο πλευρό και της οικονομίας και της κοινωνίας στη νέα περίοδο μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, στην αναζήτηση ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος και στον σχεδιασμό πολιτικών δικαιοσύνης και αναδιανομής. Σε αυτή τη βάση είναι που θα έρθει να συμβάλει και μια νέα πραγματική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η αποκατάσταση του κύρους και του ρόλου των Ανεξάρτητων Αρχών και, προφανώς, η αναγκαία στήριξη των κλάδων που είναι στην πρώτη γραμμή της κάλυψης άμεσων κοινωνικών αναγκών.

Προφανώς, αυτό δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Θα απαιτηθεί χρόνος, προσεκτική αναζήτηση και κατανομή πόρων, αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου. Θα χρειαστεί, όμως, και μια νέα εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που εργάζονται στο δημόσιο, που δίνουν καθημερινή μάχη και που συχνά γνωρίζουν τα προβλήματα πολύ καλύτερα από τους κάθε λογής καλοπληρωμένους «συμβούλους». Πάνω από όλα θα χρειαστεί πολιτική βούληση να αποτελέσει αυτό πραγματική προτεραιότητα και όχι μια ακόμη προεκλογική διακήρυξη.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Τετάρτη 01 Ιουλίου 2026
Cookies