Ο Νίκος Λαγός μάς ξεναγεί στη νέα του έκθεση RAW λίγες μέρες πριν τα εγκαίνια
Με άμεση γλώσσα, αυτοσαρκασμό και αναρχικό χιούμορ, ο Νίκος Λαγός αναζητά μικρές ρωγμές ευτυχίας μέσα σε ένα δυστοπικό περιβάλλον. Εγκαίνια: Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026
Η Γκαλερί Σκουφά παρουσιάζει την νέα ατομική έκθεση του Νίκου Λαγού με τίτλο RAW, με εγκαίνια την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026.
Στην νέα του δουλειά, ο Νίκος Λαγός επιστρέφει στη ζωγραφική ως πεδίο άμεσης, σχεδόν ωμής καταγραφής σκέψεων, συναισθημάτων και εμπειριών. Έργα κυρίως της τελευταίας διετίας (2024–2025) συνθέτουν ένα πυκνό εικαστικό σύμπαν, όπου λέξεις, σύμβολα, αριθμοί και εικόνες συνυπάρχουν σε μια ένταση που δεν επιδιώκει την εξήγηση, αλλά τη βιωματική πρόσληψη.
Όπως σημειώνει ο Χριστόφορος Μαρίνος στο κείμενό του για την έκθεση, η ζωγραφική του Νίκου Λαγού κινείται σε πολλαπλές διαστάσεις χώρου και χρόνου, πέρα από τη λογική ερμηνεία. Σπίτια, καρδιές, σκάλες, κεραίες, σύννεφα, κρανία, σκελετοί και λέξεις –στα ελληνικά και στα αγγλικά– γεμίζουν τον ζωγραφικό χώρο, άλλοτε λειτουργώντας αυτόνομα και άλλοτε σχηματίζοντας ποιητικές ή αινιγματικές φράσεις. Αναφορές σε τραγούδια, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και παιγνιώδεις δομές παραπέμπουν σε έναν κόσμο που μοιάζει να οικοδομείται και να αποδομείται ταυτόχρονα.
Η ζωγραφική του Νίκου Λαγού λειτουργεί ως καθρέφτης τόσο της ψυχολογικής του κατάστασης, όσο και της συλλογικής εμπειρίας ενός αδυσώπητου παρόντος. Η «ωμότητα» του τίτλου δεν αφορά μόνο προσωπικά αδιέξοδα, αλλά και την κοινωνική και οικονομική παραζάλη της εποχής μας. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το φαινομενικά χαοτικό σύμπαν, αναδύονται μικρές νησίδες τρυφερότητας, χιούμορ και αυτοσαρκασμού, στοιχεία που διατρέχουν σταθερά το έργο του.
Στα έργα του, το παιχνίδι, η μνήμη, η διαμαρτυρία και η ανάγκη επιβεβαίωσης της ύπαρξης συνυπάρχουν. Η ζωγραφική λειτουργεί ως πεδίο καταγραφής, αλλά και ως πράξη αντίστασης· ως μια επίμονη προσπάθεια υπεράσπισης της αθώας ματιάς σε έναν κόσμο ολοένα και πιο σκληρό και δυστοπικό. Με την νέα του δουλειά ο Νίκος Λαγός μετράει τις ελευθερίες του, υπερασπίζεται την αθώα ματιά στη ζωγραφική και δηλώνει, ή μάλλον συμπεραίνει με έκπληξη: «είμαστε όλοι το ίδιο άτομο».
Ο Νίκος Λαγός μιλά στο in και μας ξεναγεί στην έκθεσή του RAW, λίγες ημέρες πριν τα εγκαίνια
Ο τίτλος RAW παραπέμπει σε κάτι ωμό, ακατέργαστο. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η «ωμότητα» σήμερα — σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο;
Για μένα RAW είναι να μην “καθαρίζω” την εμπειρία για να γίνει εύπεπτη. Να αφήνω να φαίνεται η σύγκρουση των πραγμάτων, το λάθος, το σβήσιμο, και να δείχνω την αντίφαση χωρίς να την τακτοποιώ. Αυτή η αμεσότητα με ενδιαφέρει και σαν τρόπος γραφής: μια «αυτόματη γραφή» με εικόνες, λέξεις, αριθμούς, σαν παιδική γραφή, ελεύθερη και γρήγορη, που δεν ζητάει άδεια από τη λογική πριν εμφανιστεί. Σήμερα η «ωμότητα» είναι και κάτι πολύ συγκεκριμένο: η κοινωνική υποκρισία που λέει άλλα και κάνει άλλα, ενώ από κάτω δουλεύει μια καθημερινή κοινωνική, πολιτική και οικονομική βία. Τη βλέπεις σε θεσμούς, σε κοινωνίες, αλλά και μέσα στα ίδια τα σπίτια, μέσα στις οικογένειες, σαν πίεση, σαν ρόλους, σαν σιωπές και “κανόνες” που σε στενεύουν. Εκεί η ζωγραφική γίνεται τρόπος να αρθρώσω μια ταυτότητα, να βάλω ένα όριο, να μην διαλυθώ μέσα σε αυτό που με περιβάλλει. Και το χιούμορ, όταν εμφανίζεται, δεν είναι “ανάλαφρο”: είναι μια ρωγμή που βγαίνει από τη θλίψη, ένας τρόπος να αντέξεις την αλήθεια χωρίς να την ωραιοποιήσεις.
Στη νέα σας δουλειά επιστρέφετε στη ζωγραφική ως άμεση καταγραφή σκέψεων και συναισθημάτων. Τι σας οδήγησε σε αυτή την ανάγκη επιστροφής στην αμεσότητα;
Η αμεσότητα θέλω να πιστεύω ότι είναι χαρακτηριστικό του έργου μου. Μόνο στην έκθεση Εσωστρέφεια το 2015, είχε λίγο περιοριστεί λόγω του ότι είχα κλειστεί στο σπίτι, παραδόξως πριν τον Covid, στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ήταν κάτι που πέρασε και στη ζωγραφική μου, έγινα πιο αφηρημένος. Μετά ήρθαν οι «Νεκροκεφαλές και Καρδιές» και εκεί πήγα μονοθεματικά, μονοδιάστατα, στο δίπολο έρωτας και θάνατος. Ήταν βιωματική καταγραφή με πάθος και εμμονή, παρόλα αυτά η αμεσότητα υπήρχε εντονότερη από ποτέ.
Στο RAW άλλαξαν τα πράγματα αρκετά. Η δουλειά είναι ζωντανή και πολύπλευρη. Μπαίνουν ξανά λέξεις, σύμβολα, εικόνες, ρυθμός, σύνθεση, επίπεδα και χρώματα στον καμβά. Δεν το έστησα σαν ιδέα από πριν. Είναι βιωματικό όπως και όλη μου η δουλειά. Έκλεισε ένα κεφάλαιο και άνοιξε ένα άλλο ζωντανότερο. Είναι και πάλι άμεση, αλλά διαπραγματεύεται θέματα πιο άμεσα, πιο επί του παρόντος, που αφορούν την καθημερινότητα, τον κόσμο, την Ελλάδα, τον εαυτό μου, την ύπαρξη, οτιδήποτε, δεν είναι κάτι μονοδιάστατο όπως ήταν πριν.
Τα έργα της έκθεσης συνδυάζουν λέξεις, σύμβολα, αριθμούς και εικόνες χωρίς να επιδιώκουν την εξήγηση. Πόσο σας ενδιαφέρει ο θεατής να «καταλάβει» και πόσο να «νιώσει»;
Ένας μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης είχε πει ότι αν ψάχνεις για το νόημα, χάνεις την ουσία. Μου άρεσε αυτή η φράση, και επιδίωξη μου δεν είναι τα έργα να έχουν ένα συγκεκριμένο νόημα. Πιστεύω ότι όσο το κυνηγάς τόσο δε βγαίνει. Και αυτό με ελευθέρωσε. Κατάλαβα ότι όσο επιδιώκω τα έργα να έχουν κάποιο νόημα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Και όσο ζωγραφίζω ελεύθερα και δεν έχω τίποτα να αποδείξω, το νόημα θα βγει. Αν κάποιος έχει περιεχόμενο αυτό θα φανεί στον καμβά ότι και να κάνει. Όσον αφορά τα έργα, δεν είναι ότι δεν έχουν εξήγηση. Η ζωγραφική είναι γλώσσα από μόνη της. Δεν εξηγείται επαρκώς με λέξεις. Αυτή η εξήγηση βρίσκεται στο ασυνείδητο, όπου όλα τα ετερόκλητα στοιχεία της δουλειάς μου συνυπάρχουν, και καλούνται με τρόπο παρόμοιο με τα όνειρα ή την ποίηση, να αφηγηθούν ή να μεταφέρουν ένα συναίσθημα που θα δώσει ικανοποίηση και οικειότητα σε αυτόν που τα βλέπει. Επίσης, φυσικά και με ενδιαφέρει ο θεατής να καταλάβει και να “νιώσει”. Είναι δύσκολο, επίπονο και κουραστικό να φτιάχνω τα έργα, και επιδιώκω ο θεατής να πάρει κι αυτός ένα μέρος της ικανοποίησης που παίρνω κι εγώ όταν τα τελειώνω.
Σπίτια, καρδιές, σκάλες, κρανία, σύννεφα και λέξεις επανέρχονται συχνά στο έργο σας. Είναι προσωπικά σύμβολα ή λειτουργούν περισσότερο ως ανοιχτά σημεία αναγνώρισης για τον θεατή;
Είναι στοιχεία που ξεκινούν από μένα και από βιώματα και, με τα χρόνια, έγιναν ένα δικό μου λεξιλόγιο μέσα στο έργο. Δεν τα βάζω για να δώσω “έτοιμη” αναγνώριση ή μια κοινή ανάγνωση. Μπαίνουν για να χτίσουν έναν προσωπικό χώρο, μια αίσθηση οικειότητας μέσα στα έργα, έναν χώρο που κάθε φορά στήνεται και “κατοικείται”.
Σιγά-σιγά αυτά τα σύμβολα εξελίχθηκαν και σε στοιχεία σύνθεσης. Δεν έχει σημασία μόνο “τι σημαίνουν”, αλλά και πώς δουλεύουν μέσα στη ζωγραφική: σαν μέρος μιας προσωπικής ποίησης, σαν νότες ή αριθμοί, σαν επαναλήψεις που χτίζουν ρυθμό και δομή. Ένα σύμβολο μπορεί να ξεκινάει φορτισμένο, αλλά με τον καιρό γίνεται και εργαλείο: μπαίνει για να κρατήσει ισορροπία, να δώσει ρυθμό, να στηρίξει την αφήγηση. Και κάποιες φορές η επανάληψη γίνεται τόσο οργανικό στοιχείο, που το αρχικό νόημα δεν είναι πια το βασικό· μένει κυρίως η λειτουργία του μέσα στη σύνθεση.
Ο Χριστόφορος Μαρίνος μιλά για μια ζωγραφική που κινείται σε πολλαπλές διαστάσεις χώρου και χρόνου. Πώς βιώνετε εσείς τον χρόνο μέσα στη διαδικασία της ζωγραφικής;
Ο χρόνος στο εργαστήριο δεν είναι πάντα ο ίδιος. Όταν πάω, μπαίνω με άγχος και με πίεση ότι “πρέπει να βγάλω κάτι”. Γιατί με πιάνει η ιδέα, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, ότι δεν είμαι παραγωγικός. Αν δεν υπάρχει κάτι αξιόλογο σε εξέλιξη, ο χρόνος κυλάει αργά. «Τα δευτερόλεπτα βαριά στους λεπτοδείκτες.» Που λέει και το τραγούδι. Ένα έργο άδειο ή μισοάδειο είναι “νεκρό τοπίο”, δεν δίνει τίποτα πίσω, και εκεί θέλει αντοχή, δεν είναι απόλαυση. Είναι σκέτη αγγαρεία. Στη μέση ή προς το τέλος, όταν το έργο αρχίζει να ανταποκρίνεται, με τραβάει να συνεχίσω. Εκεί ξεχνιέμαι. Μπορεί να περάσουν ώρες χωρίς να το καταλάβω, και αυτές είναι οι πιο παραγωγικές. Θέλω να μείνω μέσα, γιατί αν σταματήσω, δύσκολα ξαναπιάνεται η ίδια ένταση. Στο τέλος, όταν κλείνει, έρχεται ικανοποίηση. Και μαζί μπαίνει κάτι που υπάρχει σε όλη τη διαδικασία: χρόνος που δεν είναι μόνο “τώρα”. Η πορεία και η αφήγηση του έργου με συνεπαίρνει και οι προβολές και οι συνειρμοί είναι τόσο έντονοι που συχνά ξεχνάω το παρόν. Γράφω συχνά ημερομηνίες και χρόνια μέσα στα έργα, κυρίως από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο χρόνος που ζω όταν δουλεύω.
Αναφέρεστε συχνά στη δυστοπία του παρόντος. Πιστεύετε ότι η ζωγραφική μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης;
Ναι, αλλά για μένα η αντίσταση είναι πρώτα προσωπική. Ξεκίνησε υπαρξιακά: δεν είμαι θρήσκος, δεν “πατάω” κάπου έξω από μένα, και η ζωγραφική βγήκε σαν ανάγκη να κρατηθώ και να δώσω νόημα με δικούς μου όρους. Στα χρόνια της κρίσης έγινε πιο φορτισμένη και πιο πολιτική, όχι ως σύνθημα, αλλά γιατί η πίεση μπήκε μέσα στην καθημερινότητα και στις σχέσεις: κούραση, θυμός, απομόνωση, απογοήτευση, πράγματα που χαλάνε εύκολα. Και σήμερα, με την ακρίβεια, την ένταση, τη γενική δυσπιστία και το αίσθημα ότι ο δημόσιος λόγος είναι συχνά χειραγωγημένος, το να επιμένεις να φτιάχνεις έργο όπως το εννοείς, χωρίς να προσαρμόζεσαι, είναι ήδη θέση. Αν ήμουν πάντα απέναντι στην κοινωνική υποκρισία, τώρα η ανάγκη έγινε αρκετά πιο επιτακτική λόγω της έντονης πολιτικής υποκρισίας, σοβαροφάνειας και ανομίας που διέπει τη χώρα. Η δουλειά μου είναι βιωματική· ακόμη κι όταν έγινε μονοθεματική και “έκλεισε” στον έρωτα και τον θάνατο, το πολιτικό πάντα περνούσε από κάτω, επειδή περνάει από τον τρόπο που ζεις με τους άλλους. Η χρήση έντονου χρώματος, ειδικά σε σκοτεινά περιεχόμενα, είναι κι αυτή μια κόντρα: μια χαρά που βγαίνει από τη θλίψη, σαν μικρή αντεπίθεση απέναντι στην παρακμή και στην έλλειψη ελπίδας. Αν κάποιος άλλος ταυτιστεί, είναι μεγάλο κέρδος — αλλά η βάση είναι ότι έτσι κρατάω ταυτότητα και υπόσταση Έχοντας τη δική μου γλώσσα να εκφραστώ και να αφήσω κάτι να μείνει, νιώθοντας έτσι οτι κάποιο αβυσσαλέο σύστημα δε θα με ρουφήξει στα γρανάζια του, νιώθω ότι κάτι έχω καταφέρει τόσο ως πράξη αντίστασης όχι απέναντι στο σύστημα, αλλά όπως λέει ο Χρόνης Μίσσιος απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό να μην τον αφήσω να φθαρεί από αυτό και επιπλέον κοιτώντας την δική μου ολοκληρώση ως άνθρωπος.
Παρά τη σκοτεινή ατμόσφαιρα, στο έργο σας εμφανίζονται νησίδες χιούμορ, τρυφερότητας και αυτοσαρκασμού. Είναι αυτές οι «ρωγμές ευτυχίας» μια μορφή άμυνας;
Δεν θα το έλεγα «ρωγμές ευτυχίας», γιατί δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει ένα σταθερά σκοτεινό φόντο και μέσα του πετάγονται λίγες “χαρούμενες” εξαιρέσεις. Στη δουλειά μου δεν το βλέπω έτσι. Είναι ένα ενιαίο πράγμα, με σκαμπανεβάσματα, όπως έχει και η εμπειρία. Το χιούμορ, η τρυφερότητα και ο αυτοσαρκασμός δεν είναι διακοσμητικά “φωτάκια” ούτε παρηγοριά. Είναι μέρος της ίδιας γλώσσας που κουβαλάει και το σκοτεινό. Αν είναι άμυνα, είναι με την έννοια ότι κρατάει το έργο ανοιχτό και ζωντανό, να μην κλείσει σε μία μόνο διάθεση και να μην γίνει μονότονο ή διδακτικό. Αυτές οι μετατοπίσεις συμβάλλουν στο ρυθμό, δουλεύουν μέσα στη σύνθεση, δίνουν αέρα στο έργο, δημιουργούν αντιθέσεις που κάνουν την εικόνα πιο αληθινή. Και τελικά αυτό με ενδιαφέρει: όχι να χωρίσω το έργο σε “σκοτάδι” και “φως”, αλλά να δείξω ότι συνυπάρχουν και ότι το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.
Ποια είναι η σχέση του παιχνιδιού και της μνήμης στη δουλειά σας; Λειτουργούν ως καταφύγιο ή ως τρόπος διαμαρτυρίας;
Και τα δύο. Το “παιχνίδι” στη δουλειά μου δεν είναι νοσταλγία για παιδικά παιχνίδια. Είναι ένας τρόπος σκέψης που δουλεύει συνειρμικά, σαν αυτόματη γραφή, και μπαίνει μέσα στα έργα σαν κανόνας και σαν σχόλιο μαζί. Η τρίλιζα, για παράδειγμα, είναι ένα παιχνίδι όπου στο τέλος συνήθως δεν κερδίζει κανείς — αυτό το αδιέξοδο με αφορά. Το φιδάκι είναι η άλλη πλευρά: ανεβαίνεις και σε πετάει κάτω, ξανανεβαίνεις, ξαναπέφτεις· σαν ρυθμός ζωής. Και τα ζάρια είναι το απρόβλεπτο που δεν το ελέγχεις όσο κι αν θες.
Η μνήμη μπαίνει με τον ίδιο τρόπο: χρόνια, ημερομηνίες, κομμάτια από παλιά που έρχονται συνειρμικά την ώρα που δουλεύω και γράφονται πάνω στο έργο. Μαζί, παιχνίδι και μνήμη γίνονται ένα προσωπικό “σύστημα” μέσα στη ζωγραφική: από τη μία είναι καταφύγιο, γιατί μου δίνει έναν τρόπο να σταθώ και να οργανώσω το χάος μου, από την άλλη είναι διαμαρτυρία, γιατί αρνείται τη γραμμική αφήγηση και την “καθαρή” εξήγηση. Είναι ένας τρόπος να κρατήσω ταυτότητα και να πω κάτι αληθινό χωρίς να το κάνω εύπεπτο.
Κλείνετε με τη φράση «είμαστε όλοι το ίδιο άτομο». Είναι ένα συμπέρασμα που προκύπτει από το έργο ή μια διαπίστωση που σας αιφνιδίασε και εσάς τον ίδιο;
Σε αυτή την έκθεση όπως και σε όλες δεν αφηγούμαι προσχεδιασμένα κάποιο συμπέρασμα. Στην πορεία και στο τέλος τους όμως, τα έργα μέσα από την διαδικασία αφήνουν μία αφήγηση που συχνά αγγίζει κάτι που από προσωπικό γίνεται κοινό. Πράγματα που τα θεωρούσα προσωπικά, δηλαδή φόβοι, επιθυμίες, άμυνες και αντιφάσεις, τελικά δεν ήταν μόνο δικά μου. Αυτό που άλλαζε ήταν το πρόσωπο που τα κουβαλάει, και όχι ο μηχανισμός.
Γι’ αυτό η φράση «είμαστε όλοι το ίδιο άτομο» δεν είναι απλώς μια ατάκα. Είναι μια διατύπωση που ήρθε αργότερα και όντως με αιφνιδίασε, επειδή την είδα να επανέρχεται και μέσα στα έργα, χωρίς να είναι κάτι που το κάνω συνειδητά.
Στις παλιότερες μου δουλειές η ανάγκη αναζήτησης ταυτότητας ήταν πιο έντονη και εκεί υπήρχε αυτό το στοιχείο σε πιο προσωπικό επίπεδο: μέσα από τα έργα, διαφορετικά στοιχεία προσπαθούσαν να ενωθούν, ώστε να προκύψει ένα ενιαίο αποτέλεσμα, ένα ενιαίο «δικό μου πρόσωπο» που θα με βοηθούσε αυτό κι εμένα.
Άλλες φορές, βέβαια, μπορεί να δείχνει διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικούς ανθρώπους, και αυτό να δείχνει ταυτόχρονα κι ένα πρόσωπο μιας κοινωνίας.
Σε αυτή την έκθεση, υπάρχει ένας συγκεκριμένος πίνακας: δείχνει πολλά πρόσωπα, που όταν τον έφτιαχνα, μου φαίνονταν σαν ένα. Ήθελα να του βάλω τον τίτλο “We’re All the Same Person”.
Τελικά του έβαλα τον τίτλο “The Lunatics”, που αν κάποιος το καλοσκεφτεί δεν αλλάζει και τόσο πολύ στην εποχή που ζούμε. Το βλέπω σαν κομμάτια ενός κοινωνικού ιστού που τα εμπεριέχει όλα αυτά, κι άλλες φορές σαν κομμάτια του δικού μου χαρακτήρα ή του χαρακτήρα όλων μας που πρέπει να σταθούν μαζί. Η ζωγραφική είναι ο τρόπος να τα βάλω στο ίδιο κάδρο και να τα κρατήσω ενωμένα.
Σύντομο Βιογραφικό
Νίκος Λαγός
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970 και είναι απόφοιτος της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθήνας. Έχει παρουσιάσει ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στην Γκαλερί Σκουφά πραγματοποιεί την ενδέκατη ατομική του έκθεση. Έργα του βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και σε πολλές χώρες της Ευρώπης.
Σύμφωνα με την ψυχολογία, το να λέει κάποιος παθολογικά ψέματα δεν θεωρείται ξεχωριστή ψυχική διαταραχή. Πρόκειται περισσότερο για ένα μοτίβο συμπεριφοράς
Σε παγκόσμια πρώτη από τον καλλιτεχνικό οργανισμό Altera Pars το «Lost & Found» της Nalini Vidoolah Mootoosamy, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου, συνεχίζει την πορεία του και μετά το Πάσχα.
Η παράσταση «Η Ευτυχία της Αργιθέας» επιχειρεί να δώσει φωνή σε όσες ζωές έμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας, χωρίς εξιδανίκευση και χωρίς διδακτισμό — μόνο με παρουσία.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας