Σε μια σκηνή από το ντοκιμαντέρ Mr. Nobody Against Putin (Ο κ. Κανένας εναντίον του Πούτιν), παιδιά του δημοτικού εκπαιδεύονται στη χρήση αυτόματων όπλων από μισθοφόρους της Wagner σε μια πραγματική, φυσικοποιημένη δυστοπία.

Το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ που έκανε πρεμιέρα στο Sundance, καταγράφει με αμείλικτη ειλικρίνεια πώς το Κρεμλίνο «κλέβει» τις ψυχές των ανηλίκων, μετατρέποντας τα σχολεία σε στρατώνες και διεκδικεί τρόπαιο στα φετινά Όσκαρ. Πολλοί λένε ότι θα το κερδίσει.

Στο Καραμπάς, μια πόλη 13.000 κατοίκων που θυμίζει αστική κόλαση λόγω της ακραίας μόλυνσης από τα εργοστάσια χαλκού, ο Πάβελ «Πάσα» Ταλάνκιν προσπαθούσε να προσφέρει στους μαθητές του ένα καταφύγιο κανονικότητας.

Όλα όμως άλλαξαν τον Φεβρουάριο του 2022, όταν ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέβαλε στις σχολικές αίθουσες, όχι μόνο μέσω της προπαγάνδας, αλλά και μέσω μιας βίαιης στρατιωτικοποίησης της εκπαίδευσης που ξεκινά από την ηλικία των επτά ετών.

Τότε, σε μια από τις πιο μολυσμένες πόλεις του κόσμου, αυτός ο χαρισματικός δάσκαλος αποφάσισε να καθαρίσει το τοπίο από την τοξική προπαγάνδα του Κρεμλίνου.

Η ταινία του Ντέιβιντ Μπορενστάι νξεκινά σαν μια σκοτεινή κωμωδία καταστάσεων και εξελίσσεται σε ένα θρίλερ επιβίωσης και ηθικής. Στο επίκεντρο της βρίσκεται ο Ταλάνκιν, ένας αγαπητός δάσκαλος δημοτικού οιυ που εκτελούσε χρέη εικονολήπτη για το σχολείο του και απαθανάτισε μια καθημερινότητά που άλλαξε μπροστά στα μάτια του με υλικό τους μικρούς μαθητές του.

Όταν η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία άρχισε να καταπίνει τα πάντα στο πέρασμά της, μετατρέποντας τις αίθουσες διδασκαλίας σε πεδία ιδεολογικής κατήχησης και καθώς ο πόλεμος κλιμακωνόταν, ο Πάσα υποχρεώθηκε από τους γραφειοκράτες να καταγράφει τη νέα «πατριωτική εκπαίδευση».

Παρελάσεις, εθνικούς ύμνους και μαθήματα αναθεωρητικής ιστορίας που διέγραφαν την ύπαρξη της Ουκρανίας.

Βλέποντας τους πρώην μαθητές του να επιστρατεύονται και την κάμερά του να χρησιμοποιείται ως εργαλείο προώθησης ενός άδικου πολέμου, ο δάσκαλος πήρε μια μοιραία απόφαση. Μετέτρεψε το γραφείο του σε κέντρο συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, καταγράφοντας κρυφά εκατοντάδες ώρες υλικού που αποκάλυπταν τον μηχανισμό πλύσης εγκεφάλου των ανήλικων μαθητών του.

Η ταινία, τολμηρή για όσα καταφέρνει,  δεν μιλά απλώς για τον θάνατο στο μέτωπο, αλλά για την ιδεολογική δηλητηρίαση μιας γενιάς που εκπαιδεύεται να θεωρεί τον πόλεμο ως τη μόνη δυνατή πραγματικότητα

Η μεταμόρφωση του από ερασιτέχνη καμεραμάν σε ντοκιμαντερίστα ολοκληρώθηκε μέσα από μια ριψοκίνδυνη συνεργασία με τον Μπορενστάιν, έναν Αμερικανό σκηνοθέτη με έδρα την Κοπεγχάγη.

Για περισσότερα από δύο χρόνια, οι δυο τους επικοινωνούσαν μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών, μεταφέροντας αρχεία βίντεο που θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν στη φυλακή για προδοσία.

Ο Μπορενστάιν, έμπειρος στην πλοήγηση υπό αυταρχικά καθεστώτα λόγω της θητείας του στην Κίνα, επέλεξε να μην ενημερώσει τους συμμετέχοντες στην ταινία για την ύπαρξή της, προκειμένου να διασφαλίσει την ασφάλειά τους, εγείροντας βέβαια σύνθετα ηθικά ερωτήματα.

Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας καταγράφει με ωμό ρεαλισμό  το βαρύ τίμημα της προπαγάνδας στις τοπικές κοινωνίες. Ωστόσο, η ταινία δεν στερείται χιούμορ.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Αλεξέι Ναβάλνι, ο Ταλάνκιν και ο Μπορενστάιν χρησιμοποιούν τη γελοιοποίηση του παραλόγου ως μέσο αντίστασης. Η ικανότητα να χλευάζεις τη βλακεία του καθεστώτος παραμένει, σε τελική ανάλυση, η πιο ηχηρή απάντηση απέναντι στην καταπίεση, διασώζοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέσα στο σκοτάδι.

Βέβαια το χιούμορ δεν μπορεί να σβήσει τη δυστοπία. Η «πατριωτική εκπαίδευση» που κατέγραψε κρυφά ο Ταλάνκιν ξεπερνά κάθε φαντασία.

Ο Ταλάνκιν πήρε το τεράστιο ρίσκο να φυγαδεύσει αυτό το υλικό έξω από τη Ρωσία, γνωρίζοντας ότι οι πράξεις του συνιστούν εσχάτη προδοσία

Οι δάσκαλοι υποχρεούνται να απαγγέλλουν λέξη προς λέξη τα κυβερνητικά μανιφέστα, ενώ το μάθημα της φυσικής αγωγής έχει αντικατασταθεί από στρατιωτικά γυμνάσια.

Το πιο σοκαριστικό στοιχείο είναι η παρουσία μελών της διαβόητης οργάνωσης Wagner μέσα στα σχολεία, όπου διδάσκουν σε παιδιά τη χρήση επιθετικών τυφεκίων.

Στα διαλείμματα, αντί για παιχνίδι, διοργανώνονται διαγωνισμοί ρίψης χειροβομβίδας, με τους «καλύτερους» μαθητές να βραβεύονται για την ικανότητά τους να σκοτώνουν.

Ο Ταλάνκιν, χρησιμοποιώντας τον επαγγελματικό του εξοπλισμό, κατέγραψε την αργή διολίσθηση των μαθητών του στην άβυσσο. Η κάμερα εστιάζει στην τραγική φιγούρα μιας μαθήτριας που έχασε τον αδελφό της στη μάχη, η οποία όμως παραμένει βουβή, φοβούμενη ότι ο θρήνος της θα θεωρηθεί προδοσία προς το κράτος.

Η ταινία, τολμηρή για όσα καταφέρνει,  δεν μιλά απλώς για τον θάνατο στο μέτωπο, αλλά για την ιδεολογική δηλητηρίαση μιας γενιάς που εκπαιδεύεται να θεωρεί τον πόλεμο ως τη μόνη δυνατή πραγματικότητα.

Ο Ταλάνκιν πήρε το τεράστιο ρίσκο να φυγαδεύσει αυτό το υλικό έξω από τη Ρωσία, γνωρίζοντας ότι οι πράξεις του συνιστούν εσχάτη προδοσία.

Με τη βοήθεια του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Μπορενστάιν και παραγωγών από την Τσεχία, το υλικό αυτό μορφοποιήθηκε σε ένα «επείγον» ντοκουμέντο που διεκδικεί αναγνώριση καθώς αποτυπώνει όσα συμβαίνουν στα γρανάζια της προπαγάνδας που κοστίζει ζωές.