Επιχειρηματίας και εραστής των αρχαιοτήτων, ο ηρακλειώτης Μίνως Καλοκαιρινός ήταν εκείνος που πραγματοποίησε τις πρώτες συστηματικές ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή της Κνωσού.

Όπως ανέφερε ο ίδιος, επιχείρησε το 1878 ανασκαφές επί των ερειπίων της πόλεως Κνωσού, για να διαφωτίσει την αρχαία ιστορία του νησιού και, κυρίως, να βεβαιώσει την πραγματική ύπαρξη του ομωνύμου του βασιλιά και σοφού νομοθέτη Μίνωος, που θεωρούνταν έως τότε μυθολογικό πρόσωπο.

Ο βίος του Μίνωος Καλοκαιρινού

Ο Μίνως Καλοκαιρινός, με καταγωγή από τα Κύθηρα εκ πατρός και την Κρήτη εκ μητρός, γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1843.

Ήταν το στερνοπαίδι του άρχοντα Ανδρέα Καλοκαιρινού και της Mαργιόρας Kρασάκη, που καταγόταν από ιδιαίτερα εύπορη φραγκοκρητική οικογένεια και απεβίωσε όταν ο Μίνως έφθασε σε ηλικία 11 ετών.

Ο Καλοκαιρινός, που είχε μεγάλη έφεση στις κλασικές σπουδές και εντρυφούσε στην αρχαία ελληνική γραμματεία, φοίτησε στο Γυμνάσιο της Σύρου και άρχισε να σπουδάζει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (το 1863), αλλά η βαριά ασθένεια του πατέρα του τον ανάγκασε να διακόψει τις σπουδές του.

Το 1864, όταν πέθανε ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, σημαίνουσα προσωπικότητα του οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού βίου της Κρήτης στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Μίνως κληρονόμησε όχι μόνο το κύρος της οικογένειας αλλά και το βαρύ φορτίο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πατέρα του (αμπελοκαλλιέργειες, οινοποιία, σαπωνοποιία, εμπόριο).

Στις υποχρεώσεις αυτές κατάφερε τελικά να αντεπεξέλθει, με τη συνδρομή και του πρωτότοκου αδελφού του, Λυσίμαχου (ο Μίνως είχε τρεις αδελφούς και μία αδελφή).

Το 1869, σε ηλικία 26 ετών, ο Καλοκαιρινός νυμφεύτηκε τη Σκεύω Kριεζή, κόρη του υδραίου προκρίτου Εμμανουήλ Kριεζή.

Το ζευγάρι, που απέκτησε τέσσερα παιδιά (τρία αγόρια και ένα κορίτσι), έζησε στο μέγαρο που οικοδόμησε ο Μίνως (έργο του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου) πάνω στα θεμέλια της οικίας του πατέρα του, στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης (το κτίριο αυτό έμελλε να πυρποληθεί το 1898).

Μετά τη διάλυση της ομόρρυθμης εταιρείας που είχε συστήσει μαζί με τον αδελφό του Λυσίμαχο, ο Μίνως Καλοκαιρινός ίδρυσε δικό του εμπορικό οίκο και επιδόθηκε στη σαπωνοποιία με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Πέραν της άκρως επιτυχημένης επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, ο Καλοκαιρινός, ιδρυτικό μέλος του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου, άσκησε καθήκοντα διερμηνέα του αγγλικού υποπροξενείου στην πόλη, ενώ διετέλεσε επί μακρόν υποπρόξενος της Ισπανίας.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα ο Καλοκαιρινός βίωσε την εμπειρία της πτώχευσης, αλλά και την οδυνηρή απώλεια του αδελφού του Λυσίμαχου, του πρωτότοκου γιου του, Ανδρέα, και της ανιψιάς του Σκεύως, στα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Ηράκλειο την 25η Αυγούστου 1898.

Παρά τη δυσμενέστατη συγκυρία, ο Καλοκαιρινός αρνήθηκε να καταθέσει τα όπλα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στο Ηράκλειο, έχοντας στο μεταξύ υποβάλει (το 1901) τη διδακτορική διατριβή του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Περί τας δυσμάς του βίου του εξέδωσε το περιοδικό «Kρητική Aρχαιολογική Eφημερίς», που ήταν κατά κύριο λόγο αφιερωμένο στις ανασκαφικές έρευνες που είχε πραγματοποιήσει στην Kνωσό.

Ο Mίνως Καλοκαιρινός απεβίωσε στις 5 Οκτωβρίου 1907, σε ηλικία 64 ετών.

Ο Μίνως Καλοκαιρινός και η Κνωσός

Σε μια εποχή όπου η γνώση της Προϊστορικής Περιόδου στον ελλαδικό χώρο βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, ο Καλοκαιρινός επέλεξε συνειδητά την Κεφάλα του Τσελεμπή, ένα άσημο ύψωμα της Κνωσού, για να πραγματοποιήσει την πρώτη οργανωμένη προϊστορική ανασκαφή σε κρητικό έδαφος.

Η κύρια διερεύνηση της Κεφάλας πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1878-1879. Πριν ξεκινήσει, ο Καλοκαιρινός συνήψε συμβόλαιο με τον οθωμανό ιδιοκτήτη του λόφου, ώστε να προσδώσει στην έρευνά του χαρακτήρα επίσημης ανασκαφής.

Οι εργασίες έγιναν από είκοσι εργάτες, υπό την επιστασία του ντόπιου διδασκάλου Χρήστου Παπαουλάκη.

Πριν αναγκαστεί από την Κρητική Βουλή να διακόψει τις ανασκαφές του, ο Καλοκαιρινός είχε προλάβει να ανασκάψει ή να καθαρίσει, σύμφωνα με τα δικά του γραπτά και σκαριφήματα, αλλά και τις μαρτυρίες συγχρόνων του, μεγάλο μέρος της νότιας πτέρυγας, όλη σχεδόν την εσωτερική περίμετρο της κεντρικής αυλής, τέσσερις τουλάχιστον χώρους της δυτικής πτέρυγας και άλλα κτίσματα, όπως ένα αμφιθεατρικό κυκλικό κτίριο βορείως του ανακτόρου (το ανασκαφικό έργο του σταμάτησε λίγο πάνω από τον αλαβάστρινο θρόνο, που υπήρξε ένα από τα πρώτα λαμπρά ευρήματα του Άρθουρ Έβανς το 1900).

Ο Καλοκαιρινός ήταν πεπεισμένος ότι με τις ανασκαφές του είχε καταφέρει να ανακαλύψει το ανάκτορο του πρώτου βασιλιά της Κρήτης, του Μίνωος. Όπως ανέφερε ο ίδιος, το Bασίλειον Ανάκτορον ή Μέγαρον του Mίνωος του A’ έκειτο επί της κορυφής του γηλόφου Κεφάλα.

Τα πλέον διάσημα ευρήματα του Καλοκαιρινού είναι τα διακοσμημένα πιθάρια από τις δυτικές αποθήκες, που φιλοξενούνται σήμερα στο Λούβρο, στο Bρετανικό Μουσείο, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, στο Μουσείο Ηρακλείου κ.α.

Τα ολιγάριθμα αυτά αγγεία είναι σημαντικά, επειδή αποτελούν δείγματα μιας πανάρχαιας εποχής, ίχνη της οποίας έχουν βρεθεί και σε άλλα σημεία του ελλαδικού κόσμου (Ρόδος, Σαντορίνη, Μυκήνες κ.α.).

Χάρη στα κινητά και ακίνητα ευρήματα του Καλοκαιρινού η Κνωσός και εν γένει η Κρήτη ενεγράφησαν στις αρχέγονες κοιτίδες του ελληνικού και του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Την αξία του εγχειρήματος του Καλοκαιρινού αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ο λόγιος Στέφανος Ξανθουδίδης, πρωτεργάτης της κρητικής αρχαιολογίας, ο οποίος έγραψε το 1904 τα εξής:

«Προ της ανευρέσεως έτι της μεγάλης επιγραφής της Γόρτυνος και των άλλων εν Kρήτη ερευνών και ανακαλύψεων του ιταλού αρχαιολόγου F. Halbherr και των εργασιών του εν Ηρακλείω Συλλόγου, ο φιλάρχαιος εν Ηρακλείω κ. Mίνως Kαλοκαιρινός εξετέλεσε κατά το 1878 μικράν ανασκαφήν εν Kνωσώ, εντός αυτού του ανακτόρου… Και τότε μεν δεν κατενοήθη δεόντως η σημασία της μικράς ταύτης σκαφής, ότε όμως βραδύτεραι έρευναι εις διαφόρους Μυκηναϊκούς συνοικισμούς διεφώτισαν και ηρμήνευσαν τας αρχαιότητας της εποχής ταύτης, τότε κατεφάνη ότι και εν τω γηλόφω τούτω της Kνωσού εκρύπτοντο σπουδαία οικοδομήματα και αρχαιότητες της εποχής ταύτης».

Τελικά, εκείνος που είχε ως γνωστόν την τύχη να ανακαλύψει το φημισμένο ανάκτορο της Κνωσού, ένα μεγάλο τμήμα της μινωικής πόλης και νεκροταφεία διαφόρων περιόδων ήταν ο βρετανός αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς (1851-1941), που διενήργησε συστηματικές ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο από το 1900 έως το 1931.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο