Ο πρώτος της γενεάς μας, της λογοτεχνικής γενεάς του 1930, που φεύγει απ’ ανάμεσά μας, απότομα, σκληρά, σχεδόν απροσδόκητα, όσο κι’ αν η μοίρα του θανάτου τον είχε σημαδέψει εδώ και δυο χρόνια, με σημάδια που έμελλε να τον φέρουν στον τάφο, πολύ πριν ολοκληρώση το έργο του, πολύ πριν εξαντλήση όλες του τις δημιουργικές λογοτεχνικές δυνάμεις, και προ παντός όλες του τις δυνατότητες. Ο Καραγάτσης. Δεν είναι πολλές ώρες που μάθαμε το κακό μήνυμα. Η συγκίνηση θολώνει το νου, κομματιάζει την ψυχή μας. Μέσα σ’ αυτό το ανατάραγμα η κριτική δεν έχει καμμιά θέση. Η μνήμη μόνο δουλεύει με ένταση, με πόνο, μαρτυρικά, και σμίγει σ’ ένα ανάστημα, σε μια εικόνα, τον άνθρωπο και το έργο, τον φίλο και τον συνάδελφο.

Πόσα έχουμε να θυμηθούμε, πόσα να συλλογιστούμε γύρω απ’ αυτό το ανάστημα, που το υψώνει επιβλητικά ο θάνατος μπροστά μας, μα που ήταν κι’ από μόνο του επιβλητικό, ξεχώριζε τόσο αισθητά ανάμεσα στους συναδέλφους του, τους εργάτες της νεοελληνικής πεζογραφίας. Τη βαθειά μας πίκρα για τον τόσο πρόωρο χαμό του ανθρώπου και του συγγραφέα τη δυναμώνει, τη διπλασιάζει και το γεγονός πως ο περήφανος αυτός δημιουργός έφυγε από τη ζωή με μια πίκρα που δεν ήθελε σε κανέναν να τη δείξη, μα που εμείς οι δικοί του τη μαντεύαμε: με την πίκρα πως ήταν «αδικημένος». Πως οι συνάδελφοί του, η κριτική, οι λεγόμενοι «κύκλοι» δεν τον είχαν αναγνωρίσει όσο πράγματι του άξιζε. Είναι ο κίνδυνος που διατρέχουν πάντα οι πολύ δυνατοί, αυτοί που ξεφεύγουν από τη χρυσή μετριότητα, που δεν κάνουν συμβιβασμούς, που δεν γονατίζουν μπροστά σε κανέναν, γιατί αισθάνονται αληθινά «την αξία της αξίας» που της είναι φορείς. Δεν υπήρχε κανείς που να μην παραδεχόταν πως ο Καραγάτσης ήταν το πιο δυνατό και το πιο αυθόρμητο πεζογραφικό ταλέντο της γενεάς του και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς μας, γενικά.

Όμως, αυτή η γενική και «ανεπίσημη» παραδοχή, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν είχε αξιοποιηθή επίσημα για τον Καραγάτση. Αντίθετα, οι περισσότεροι πιάνονταν από κάποιες πλευρές του έργου του συζητήσιμες, για να αδικήσουν ή να παρασιωπήσουν τις άλλες, που ήταν αληθινά σπουδαίες. Αλλά ας μην αντιδικούμε αυτή την κατανυκτική και ιερή στιγμή. Ένας ρωμαλέος, ένας δαιμονιακά προικισμένος συγγραφέας έφυγε από τα γράμματά μας, αφίνοντας πίσω του ένα μεγάλο κενό. Συγγραφικές δυναμικότητες σαν τον Καραγάτση δεν φανερώνουνται τόσο συχνά. Η αναιμία και η υποτονικότητα της νεώτατης πεζογραφίας μας, στις γενικές της γραμμές, το επιβεβαιώνει.

Μέσα από τη συγκίνησή μας για τον αδόκητο χαμό του ανθρώπου και του φίλου, προσπαθούμε να σταθούμε πρόχειρα μπροστά στη μορφή του συγγραφέα, στην παρουσία του γενικά, την πνευματική, και τη σημασία της προσφοράς του. Ο Καραγάτσης ήταν συγγραφέας βγαλμένος απ’ ευθείας από τη ζωή. Την αγαπούσε τη ζωή βαθειά, σκληρά, με πάθος εγωιστικό, θα λέγαμε — αλλά γι’ αυτό μπορούσε να την κυττάζη κατάματα, να την ερευνά άφοβα και να μην κλείνη τα μάτια του μπροστά σε καμμιά της αλήθεια.

[…]

Άνθρωπος, φύση, κοινωνία, Ιστορία είναι ένα για τον Καραγάτση. Ταυτόχρονα με την αφοσίωσή του σ’ αυτή την αντίληψη, που την ενσάρκωσε σ’ ένα πλήθος έργα μ’ ένα πηγαίο και συναρπαστικό ταλέντο, ο Καραγάτσης ήταν κι’ ένας οξύτατος παρατηρητής της κάθε μικρολεπτομέρειας, που η μια προστιθέμενη στην άλλη σχηματίζει ένα άτομο, μια ομάδα, ένα δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον. Βέβαια, μέσα σ’ όλο του το έργο, το ερωτικοαισθησιακό στοιχείο κυριαρχεί. Ακόμα, το διέπει ολόκληρο μια βασανιστική, μια μαρτυρική, θα λέγαμε, «ηδονολατρία». Η ηδονολατρία αυτή ήταν το καθαυτό «ατομικό γνώρισμα» της δυνατής προσωπικότητας του Καραγάτση. Ήταν η δύναμή του, και η αδυναμία του μαζί, το απέραντό του και το πεπερασμένο του. Μέσα απ’ αυτήν ζωγράφισε τον άνθρωπο σε κάθε του άλλη εκδήλωση. Τον είδε και μεγαλειώδη και γελοίο. Και δυνατό και άθυρμα των περιστάσεων. Συνέλαβε την τραγικότητα αυτής της «ηδονολατρίας». Η ηδονολατρία, συνταιριασμένη με την υγεία, τα νειάτα, την ομορφιά, δείχνει τον άνθρωπο σε όλο του το μεγαλείο. Ταιριασμένη όμως με την αρρώστια, τη φτώχεια, την ασκήμια, και προ παντός τη μοιραία φθορά που προξενεί ο χρόνος στην ανθρώπινη μονάδα, δείχνεται τραγική, άσκημη, γελοία.

[…]

Ο Καραγάτσης ήταν ένα συγγραφικό φαινόμενο, μοναδικό στα γράμματά μας. Ο θάνατος τον άρπαξε απάνω στην ακμή του, μόλις πενήντα δυο χρονών. Γι’ αυτό δεν κλαίμε έναν συγγραφέα που υπήρχε. Θρηνούμε έναν δημιουργό που υπάρχει, και που με το έργο του έδωσε μια ασυνήθιστη ρώμη στην κατά κανόνα όχι και τόσο «αθλητική» πεζογραφία μας. Ο Καραγάτσης, ο αγαπημένος φίλος, ο παράξενος και αντιφατικός, όμως πάντα επιβλητικός άνθρωπος, ήταν ένας δημιουργός «μεγάλης πνοής». Και σαν τέτοιος θα παραμείνη και θ’ αναγνωριστή μια μέρα από τις νεώτερες γενεές. Γιατί κατά βάθος υπήρξε πιο δυνατός από τον θάνατο, που η ιδέα του τόσες μαύρες σημαίες υψώνει μέσα στο πλατύ και παλλόμενο από ζωή και σκληρές αλήθειες έργο του.

Ανδρέας Καραντώνης, 14 Σεπτεμβρίου 1960

*Αποσπάσματα από την επιφυλλίδα της εφημερίδας «Η Καθημερινή» την Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 1960. Συντάκτης του κειμένου με τίτλο «Μ. Καραγάτσης – Ο λογοτέχνης που έλειψε» ήταν ο Ανδρέας Καραντώνης.

Ο Μ. Καραγάτσης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Ροδόπουλου) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 1908 και απεβίωσε στην ίδια πόλη στις 14 Σεπτεμβρίου 1960.

Πολυγραφότατος συγγραφέας της Γενιάς του Τριάντα, ο Καραγάτσης ασχολήθηκε με την πεζογραφία (μυθιστόρημα – διήγημα – νουβέλα), το θέατρο, τη λογοτεχνική μετάφραση, τη θεατρική κριτική, την ταξιδιωτική λογοτεχνία και την ιστορία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο