Μπορεί η Fed να έχει απογοητεύσει τους οικολόγους των ΗΠΑ, που την κατηγορούν για έλλειμμα «πράσινης» πολιτικής και ο επικεφαλής της Τζερόμ Πάουελ να μην φημίζεται για τις περιβαλλοντικές του ανησυχίες, ωστόσο στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά.

Η ΕΚΤ έχει δώσει πολύ μεγάλο βάρος στην κλιματικής αλλαγή και στις πράσινες δράσεις και τα στελέχη της, σχεδόν σε κάθε ομιλία και παρέμβασή τους αναφέρονται στο μεγάλο αυτό θέμα.

Σε άρθρο της το περιοδικό Finance and Development του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, Μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, υποστηρίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να αναλάβουν τον ρόλο τους στην καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη

Οι καταστροφικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς, γράφει η κ. Σνάμπελ και προσθέτει ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, τα τελευταία έξι χρόνια ήταν τα πιο θερμά που έχουν καταγραφεί και οι θερμοκρασίες το 2020 ξεπέρασαν τον μέσο όρο 1850-1900 κατά 1,25 ° C (2,25 ° F).

Άγνωστες ακόμη οι επιπτώσεις στην οικονομία

Το πώς ακριβώς θα επηρεάσει η κλιματική αλλαγή την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι αβέβαιο, τονίζει.

«Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αυτή τη στιγμή προσπαθεί να ποσοτικοποιήσει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στις εταιρείες και τις τράπεζες μέσω ενός τεστ αντοχής σε ολόκληρη την οικονομία.»

» Τα στρες τεστ, τα αποτελέσματα των οποίων θα δημοσιευτούν σύντομα, βασίζονται σε μια σειρά από σενάρια για το κλίμα που αναπτύχθηκαν από το Δίκτυο για το Πρασίνισμα του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (NGFS), μια παγκόσμια ένωση κεντρικών τραπεζών και εποπτικών αρχών που υποστηρίζουν ένα πιο βιώσιμο χρηματοπιστωτικό σύστημα.»

» Αυτά τα σενάρια χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής σε περίπου τέσσερα εκατομμύρια εταιρείες παγκοσμίως και σχεδόν 2.000 τράπεζες στη ζώνη του ευρώ».

Αναγκαίες οι πολιτικές μετριασμού

Σύμφωνα με την κ. Σνάμπελ τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι χωρίς περαιτέρω πολιτικές μετριασμού οι φυσικοί κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή – κύματα καύσωνα, ανεμοθύελλες, πλημμύρες, ξηρασίες και παρόμοια – πιθανότατα θα αυξηθούν σημαντικά.

Σε σύγκριση με αυτούς τους κινδύνους, το κόστος μετάβασης σε μια οικονομία με ουδέτερο άνθρακα φαίνεται σχετικά περιορισμένο.

Υπάρχουν σαφή οφέλη από την έγκαιρη δράση. Η μετάβαση μπορεί να είναι δαπανηρή βραχυπρόθεσμα, αλλά οι αρχικές επενδύσεις πιθανότατα θα αντισταθμιστούν μακροπρόθεσμα.

Αναφέρεται, επίσης, και σε πρόσφατη έρευνα του ΔΝΤ, τονίζοντας ότι το μήνυμα που προκύπτει είναι απλό: τώρα είναι η ώρα να αναλάβουμε φιλόδοξη και ευρεία δράση για να εξασφαλίσουμε μια ομαλή μετάβαση και να μετριάσουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

«Η υπαρξιακή απειλή που θέτει η κλιματική αλλαγή συνεπάγεται ότι όλοι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να σκεφτούν πώς να συμβάλουν στην καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Ενώ οι κυβερνήσεις είναι οι πρωταρχικοί παράγοντες, δημιουργείται συναίνεση ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να σταθούν στο περιθώριο. Το NGFS, που ιδρύθηκε με οκτώ μέλη το 2017, έχει τώρα 95 μέλη και 15 παρατηρητές, συμπεριλαμβανομένων όλων των μεγάλων κεντρικών τραπεζών. Το 2019, το ΔΝΤ προσχώρησε ως παρατηρητής».

Γιατί πρέπει να έχουν λόγο οι Κεντρικές Τράπεζες

Ο κύριος λόγος που οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να αυξήσουν την προσοχή τους στην κλιματική αλλαγή , σύμφωνα με την κ. Σνάμπελ, είναι η πιθανότητα να επηρεάσει την ικανότητά τους να επιτύχουν τις εντολές τους.

Μάλιστα, αναφέρεται στην πρωταρχική εντολή της ΕΚΤ που είναι η σταθερότητα των τιμών, στόχος που συμμερίζονται οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή έχει κρίσιμες επιπτώσεις στη σταθερότητα των τιμών και επηρεάζει επίσης άλλους τομείς αρμοδιότητας της κεντρικής τράπεζας, όπως η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η τραπεζική εποπτεία.

Πηγή: ΟΤ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο