Η άνοδος των Ταλιμπάν έκανε τις ΗΠΑ και τους αντιπάλους τους να αναθεωρήσουν τον διπλωματικό τους χάρτη, καθώς ανταγωνίζονται για να διαμορφώσουν το μέλλον του Αφγανιστάν.

Η Κίνα και η Ρωσία κινούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να οικοδομήσουν νέες σχέσεις με τους Ταλιμπάν, ενώ έχουν φιλοξενήσει και αξιωματούχους τους, ήδη πριν ο αμερικανικός στρατός ολοκληρώσει την απόσυρση των στρατευμάτων του. Έχοντας κατανοήσει την επιρροή που ασκεί, πλέον, το Πεκίνο και η Μόσχα στην Καμπούλ, ο υπουργός Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, τηλεφώνησε, τη Δευτέρα, στους υπουργούς Εξωτερικών της Κίνας και της Ρωσίας.

Δήλωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε ότι οι διπλωμάτες συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις, στις οποίες θα συμμετέχουν και η Κίνα με το Πακιστάν, ώστε να πραγματοποιηθεί ένας δια-αφγανικός διάλογος, που θα καλύπτει όλα τα ζητήματα, και θα κατευθυνθεί από τις νέες συνθήκες που επικρατούν. Τη Δευτέρα, ο Μπλίνκεν τηλεφώνησε, επίσης, σε ομολόγους του στο Πακιστάν, την Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και σε αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Οργάνωσης της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ).

Η προσέγγιση της κυβέρνησης Μπάιντεν είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας της Ουάσινγκτον να βρει έναν τρόπο να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στον τομέα της ασφάλειας στην περίκλειστη Κεντρική Ασία, από την οποία απομακρύνει όλα τα στρατεύματά της, ενώ πολλοί Αφγανοί πολίτες, που συνεργάζονται εδώ και καιρό με τις ΗΠΑ, προσπαθούν να φύγουν από τη χώρα.

Επιδιώκοντας να βελτιώσει την πολιτική της για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι θα επιχειρήσει να απομονώσει οπιαδήποτε κυβέρνηση διοικείται από τους Ταλιμπάν και δεν τηρήσει τις βασικές ανθρώπινες ελευθερίες.

Ωστόσο, οι επανειλημμένες απειλές της κυβέρνησης να μετατρέψει το Αφγανιστάν σε «κράτος παρίας», εάν οι Ταλιμπάν προβούν σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα μπορούσαν να υπονομευθούν, εάν το Πεκίνο και η Μόσχα δεν συνεργαστούν και εάν μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Ταλιμπάν ενισχύσει τους δεσμούς της με το Πακιστάν και το Ιράν.

«Εξακολουθούμε να κάνουμε απολογισμό των όσων συνέβησαν τις τελευταίες 72 ώρες και των διπλωματικών και πολιτικών συνεπειών τους», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Νεντ Πράις, όταν ρωτήθηκε εάν η Ουάσινγκτον θα αναγνωρίσει την κυβέρνηση των Ταλιμπάν.

Με την εξαφάνιση της στρατιωτικής μόχλευσης των ΗΠΑ, η υπόσχεση άρσης των υφιστάμενων κυρώσεων ή επιβολής νέων, πιθανότατα, θα αποτελέσει τον κύριο μέσο ώστε η Ουάσινγκτον να επιχειρήσει να επηρεάσει μια κυβέρνηση που κυριαρχείται από τους Ταλιμπάν.

Επειδή οι ΗΠΑ και άλλες χώρες έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις στους Ταλιμπάν, η κατάληψη της πρωτεύουσας του Αφγανιστάν από τους τελευταίους επεκτείνει, ουσιαστικά, τις υφιστάμενες κυρώσεις των ΗΠΑ, της ΕΕ και των Ηνωμένων Εθνών στις κυβερνητικές οντότητες που ελέγχονται τώρα από την ομάδα αυτή, όπως αναφέρουν πρώην αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών και αναλυτές.

«Οποιεσδήποτε συναλλαγές σε δολάρια για την κυβέρνηση θα μπλοκαριστούν», δήλωσε ο Μπράιαν Ο’ Τουλ, πρώην ανώτερος αξιωματούχος για τις κυρώσεις στο Υπουργείο Οικονομικών υπό την κυβέρνηση Ομπάμα. Ένας αξιωματούχος της Fed της Νέας Υόρκης αρνήθηκε να συζητήσει για ατομικούς λογαριασμούς, αλλά ανέφερε ότι η Fed επικοινωνεί με άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες για να παρακολουθεί «γεγονότα που μπορεί να επηρεάσουν τον έλεγχο κάποιας ξένης κεντρικής τράπεζας».

Ωστόσο, οποιεσδήποτε προτάσεις για νέες κυρώσεις από τον ΟΗΕ θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν εμπόδια από την Κίνα και τη Ρωσία, οι οποίες έχουν δικαίωμα άσκησης στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Οι Κινέζοι ή οι Ρώσοι «μπορεί να είναι πρόθυμοι να κάνουν κάτι τέτοιο», δήλωσε ο Άντριου Σμολ, συνεργάτης του Γερμανικού Ταμείου Μάρσαλ στην Ουάσινγκτον.

Η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν διατηρούν ανοιχτές τις πρεσβείες τους στο Αφγανιστάν, ένω οι περισσότεροι δυτικοί αξιωματούχοι προσπαθούν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Τους τελευταίους μήνες, η Μόσχα προσπάθησε να αναπτύξει νέες σχέσεις με τους Ταλιμπάν, παρόλο που ανησυχεί για τους συμμάχους της στην Κεντρική Ασία.

«Έχω αποφασίσει εδώ και καιρό ότι οι Ταλιμπάν είναι πολύ πιο ικανοί στην επίτευξη συμφωνιών από την κυβέρνηση ανδρείκελων στην Καμπούλ», δήλωσε ο Ζαμίρ Καμπούλοφ, ειδικός απεσταλμένος του Ρώσου προέδρου για το Αφγανιστάν, στη ρωσική κρατική τηλεόραση, τη Δευτέρα.

Το τηλεφώνημα του Μπλίνκεν στον Ρώσο ομόλογό του σχετικά με τις ραγδαίες εξελίξεις στο Αφγανιστάν σηματοδοτεί την αλλαγή πολιτικής από την προεκλογική εκστρατεία του 2020, όταν ο τότε υποψήφιος, Τζο Μπάιντεν, κατηγόρησε τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, ότι πληρώνει Αφγανούς για την πραγματοποίηση επιθέσεων εναντίον Αμερικανών στρατιωτών. Μόλις ανέλαβε την εξουσία, η κυβέρνηση Μπάιντεν δήλωσε ότι οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν «χαμηλή έως μέτρια εμπιστοσύνη» στους ισχυρισμούς αυτούς.

Το Πεκίνο σταματά να αναγνωρίζει πλήρως τους Ταλιμπάν ως υπεύθυνους, τουλάχιστον δημόσια. Ένας σύμβουλος της κινεζικής κυβέρνησης ανέφερε ότι η ηγεσία της χώρας του θεωρεί την τωρινή άνοδο των Ταλιμπάν παροδική.

Η Κίνα θα μπορούσε, επίσης, να προσφέρει οικονομική βοήθεια στους Ταλιμπάν, πιο άμεσα με μετρητά ή μακροπρόθεσμα με επενδύσεις, με σκοπό την ανάπτυξη ορυκτών πόρων στο πλαίσιο του προγράμματος υποδομής μία ζώνη ένας δρόμος, σύμφωνα με αναλυτές.

Τον περασμένο μήνα, η υφυπουργός Εξωτερικών, Γουέντι Σέρμαν, έθεσε το θέμα του Αφγανιστάν στον υπουργό Εξωτερικών, Γουάνγκ Γι.

«Η Κίνα παρακολούθησε από κοντά» την προβληματική παρέμβαση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, δήλωσε αξιωματούχος της κυβέρνησης Μπάιντεν,ο οποίος συνέχισε αναφέροντας ότι το Πεκίνο δεν φαίνεται να προθημοποιείται να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε από την αποχώρηση των ΗΠΑ.

Ανησυχώντας για την αστάθεια στα σύνορα της Κίνας με το Αφγανιστάν, μεγάλο μέρος της συζήτησης του υπουργού Εξωτερικών της Κίνας επικεντρώθηκε στην ETIM, τρομοκρατική οργάνωση που οι ΗΠΑ θεωρούν ότι δεν δρα πια.

Δύο ημέρες μετά τη συνάντηση της Σέρμαν με τον Γουάνγκ, ο κινέζος υπουργός Εξωτερικών συναντήθηκε με τον επικεφαλής της Πολιτικής Επιτροπής των Αφγανών Ταλιμπάν, Μουλά Αμπντούλ Γκάνι Μπαραντάρ. Κατέκρινε τη βιαστική απόσυρση στρατευμάτων των ΗΠΑ και εξέφρασε τον σεβασμό της χώρας του για «την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα του Αφγανιστάν», σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών.

Ο πρωθυπουργός του Πακιστάν, Ιμράν Χαν, επικριτής της αμερικανικής παρουσίας στο Αφγανιστάν, φάνηκε να χαιρετίζει την κατάληψη της χώρας από τους Ταλιμπάν.

«Έσπασαν τα δεσμά της δουλείας στο Αφγανιστάν», δήλωσε, τη Δευτέρα, ο Χαν.

Στα τέλη Ιουλίου, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζέικ Σάλιβαν, συναντήθηκε στην Ουάσινγκτον με τον Μοίντ Γιουσούφ, τον ομόλογό του από το Πακιστάν, βασικό υποστηρικτή των Ταλιμπάν, όταν ήταν τελευταία φορά στην εξουσία, από το 1996 έως το 2001. Ακόμη, ο Μπλίνκεν τηλεφώνησε και στον Ινδό ομόλογό του, τη Δευτέρα.

Το Ιράν, εν τω μεταξύ, αντέδρασε, τη Δευτέρα, επικρίνοντας τις ΗΠΑ και αποφεύγοντας να ασκήσει κριτική στους Ταλιμπάν, παρά το γεγονός ότι ήταν επίσημα σύμμαχος της πρώην κυβέρνησης. «Η στρατιωτική ήττα και η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν είναι μια ευκαιρία να αποκατασταθεί η ζωή, η ασφάλεια και η διαρκής ειρήνη στη χώρα», δήλωσε ο Ιρανός πρόεδρος Εμπραχίμ Ραΐσι, τη Δευτέρα, προσθέτοντας ότι το Ιράν «ως γειτονική και αδελφική χώρα καλεί όλες τις ομάδες να προσπαθήσουν την επίτευξη εθνικής συμφωνίας».

Ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών, Τζαβάντ Ζαρίφ, δήλωσε ότι χαιρετίζει την ανακοίνωση του πρώην Αφγανού προέδρου, Χαμίντ Καρζάι, σχετικά με τη δημιουργία συμβουλίου Αφγανών ηγετών για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας με τους Ταλιμπάν.

«Ελπίζουμε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε διάλογο και σε ειρηνική μετάβαση στο Αφγανιστάν. Το Ιράν είναι έτοιμο να συνεχίσει τις ειρηνευτικές του προσπάθειες», δήλωσε ο Ζαρίφ σε δημοσίευσή του στο Twitter.

Μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Οικονομικό Ταχυδρόμο

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr