Ακριβώς πριν από 10 χρόνια, στις 22 Ιουλίου του 211, ο πλανήτης συγκλονίστηκε από την τρομοκρατική επίθεση στο κυβερνητικό κτίριο του Όσλο, που βρήκαν τραγικό θάνατο οκτώ άνθρωποι από έκρηξη παγιδευμένου βαν στο γκαράζ.

Πριν ακόμα κατακάτσουν οι καπνοί της έκρηξης, στην άλλη άκρη της χώρας και συγκεκριμένα στο νησί Ουτόγια, ο Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ δολοφονούσε εν ψυχρώ 69 άτομα σε μια θερινή κατασκήνωση της Νεολαίας του Εργατικού Κόμματος (AUF).

Την ημέρα των επιθέσεων ο Μπρέιβικ δημοσίευσε ηλεκτρονικά μια συλλογή κειμένων με τίτλο «2083: Μια Ευρωπαϊκή Διακήρυξη Ανεξαρτησίας», που περιέγραφε το μανιφέστο του.

Σε αυτό δήλωνε την αντίθεσή του στο Ισλάμ και κατηγορούσε το φεμινισμό για ευρωπαϊκή «πολιτιστική αυτοκτονία».

Το κείμενο μεταξύ άλλων, έκανε έκκληση για την απέλαση όλων των μουσουλμάνων από την Ευρώπη, με τον Μπρέιβικ να ξεκαθαρίζει πως  κύριο κίνητρο των επιθέσεών του ήταν να προβάλλει τον ιδεολογικό του αγώνα.

Τα ψυχολογικά προβλήματα και η περιφρονητική μητέρα

Η δίκη του Μπρέιβικ που ξεκίνησε στις στις 16 Απριλίου 2012 διήρκεσε λίγους μήνες.

Στις 24 Αυγούστου 2012 το Περιφερειακό Δικαστήριο του Όσλο εξέδωσε την απόφασή του, κρίνοντας ότι ο Μπρέιβικ ήταν ψυχικά υγιής και ένοχος για τη δολοφονία 77 ανθρώπων.

Καταδικάστηκε με την μέγιστη ποινή των νορβηγικών αρχών, σε ποινή φυλάκισης 21 ετών, υπό μορφή προληπτικής κράτησης που απαιτούσε τουλάχιστον 10 χρόνια φυλάκιση και τη δυνατότητα μιας ή περισσότερων παρατάσεων για όσο διάστημα θεωρείται ότι αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία.

Ο 37χρονος οδηγείται στις φημισμένες για τον σωφρονιστικό τους χαρακτήρα φυλακές Χάλντεν της Νορβηγίας.

Πριν από τη δίκη του, δύο ομάδες δικαστικών ψυχιάτρων ορισμένων από το δικαστήριο εξέτασαν τον Μπρέιβικ.

Η πρώτη ομάδα διέγνωσε τον Μπρέιβικ με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, αλλά μετά από αυτό το αρχικό εύρημα επικρίθηκε και μια δεύτερη αξιολόγηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν ψυχωτικός κατά τη διάρκεια των επιθέσεων, αλλά είχε ναρκισσιστική διαταραχή και αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας.

Μετά την πραγματοποίηση των επιθέσεών του, έγινε γνωστό ότι οι ψυχίατροι είχαν συστήσει να απομακρυνθεί από τη μητέρα του και να τεθεί σε ανάδοχη φροντίδα όταν εκείνος ήταν 4 ετών, καθώς εκείνη ήταν πολύ έντονα συναισθηματικά και ψυχολογικά καταπιεστική απέναντί ​​του.

Ωστόσο η σύστασή τους δεν ακολουθήθηκε και ο Μπρέιβικ παρέμεινε υπό τη φροντίδα της.

Συγκεκριμένα μεταξύ 1983 και 1984 μερικοί από τους κορυφαίους ψυχολόγους της Νορβηγίας ήθελαν να απομακρύνουν τον Μπρέιβικ από τη μητέρα του, Bένχε Μπέρνγκ.

Αυτοί οι ψυχολόγοι εργάζονταν στο Εθνικό Κέντρο Ψυχιατρικής για Παιδιά και Εφήβους, το Statens Senter for Barne- og Ungdomspsykiatri (SSBU).

Είχαν υποβάλει εντολή φροντίδας για τον ανήλικο τότε Μπρέιβικ, αλλά αυτή δεν υλοποιήθηκε ποτέ από την κρατική Υπηρεσία Παιδικής Πρόνοιας της Νορβηγίας.

Μετά τις επιθέσεις στις 22 Ιουλίου 2011 ένας από τους ψυχολόγους που είχε παρατηρήσει το Μπρέιβικ ως παιδί δήλωσε ότι «αν ο Άντερς είχε απομακρυνθεί από το καταπιεστικό σπίτι του, θα είχε αναπτυχθεί εντελώς διαφορετικά.

Οι ενέργειές του είναι ουσιαστικά μια ακραία έκφραση του τιμήματος που πρέπει να πληρώνει η κοινωνία για την ανεπάρκεια των Υπηρεσιών Παιδικής Πρόνοιας».

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εφαρμόστηκε η υπόθεση τριών γενεών για να εξηγήσει γιατί ορισμένα παιδιά αναπτύσσουν σοβαρά ψυχικά προβλήματα.

Αυτή η υπόθεση αναφέρει ότι εάν οι γονείς είχαν μια δύσκολη παιδική ηλικία και μια κακή σχέση με τους παππούδες και λόγω αυτού αποτυχία να αναπτύξουν έναν υγιή δεσμό με τα παιδιά τους, η τρίτη γενιά αναπτύσσει σοβαρά προβλήματα.

Η μητέρα του Μπρέιβικ έπρεπε να φροντίσει τη μητέρα της με αναπηρία από την ηλικία των 8 ετών, ενώ η γιαγιά του είχε προσβληθεί από πολιομυελίτιδα, είχε παραλύσει και δεν είχε αναπηρικό αμαξίδιο.

Η Bένχε Μπέρνγκ έχασε επίσης τον πατέρα της, όταν εκείνη ήταν μόλις οκτώ ετών.

Οι άνθρωποι που περιέβαλλαν την οικογένεια και οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν κατάφεραν να παράσχουν βοήθεια στην οικογένεια, έτσι ώστε η Bένχε Μπέρνγκ ήταν σε συνεχή υπερένταση, αναγκασμένη να παρακολουθεί την αναπηρία της μητέρας της, ενώ η ίδια ήταν ακόμη παιδί.

Εκτός από αυτό το μειονέκτημά της η γιαγιά ανέπτυξε ψύχωση και κατηγορούσε συνεχώς την κόρη της για την ασθένειά της, γεγονός που έκανε τη Bένχε να θυσιάσει εντελώς τη ζωή της γι’ αυτήν.

Κάπως έτσι δεν κατάφερε ποτέ να αναπτυχθεί καθόλου ως κανονικό παιδί και να μην παρακολουθεί τακτικά το σχολείο ούτε να δημιουργήσει μια σταθερή ομάδα φίλων.

Η ίδια, έφυγε από το καταπιεστικό σπίτι της σε ηλικία 17 ετών και λίγο αργότερα μένει έγκυος και γνωρίζει τον Γενς Μπρέιβικ, που αργότερα έγινε πατέρας του Άντερς.

«Ένα πολύ κακό και άσχημο παιδί» που κακοποιήθηκε σεξουαλικά

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της η μητέρα του Μπρέιβικ ανέπτυξε ήδη περιφρόνηση για αυτόν.

Ισχυριζόταν ότι ήταν «άσχημο παιδί» και ότι «την κλωτσούσε σκόπιμα».

Η ίδια έχει δηλώσει πως ήθελε να κάνει έκτρωση, αλλά τη στιγμή που επέστρεψε στη Νορβηγία από το Ηνωμένο Βασίλειο, είχε ήδη περάσει το όριο των τριών μηνών κα έτσι η άμβλωση, θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια.

Σύμφωνα με αναφορές ψυχολόγων, η Βένχε πίστευε ότι ο Μπρέιβικ ήταν «βασικά άσχημο και κακό παιδί και αποφασισμένος να την καταστρέψει»

Σταμάτησε να θηλάζει το γιο της πολύ νωρίς επειδή «της απομυζούσε τη ζωή».

Η μητέρα του Μπρέιβικ επέστρεψε στο Όσλο όπου ο Γενς Μπρέιβικ είχε ένα διαμέρισμα.

Οι γείτονες ισχυρίζονταν ότι άκουγαν θορύβους από καυγάδες και ότι η μητέρα άφηνε τα παιδιά της εντελώς μόνα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ εργαζόταν ως νοσοκόμα.

Το 1981 η μητέρα του Μπρέιβικ υπέβαλε αίτηση για οικονομική βοήθεια και το 1982 υπέβαλε αίτηση για γονική άδεια για το γιο της.

Ο Μπρέιβικ στη συνέχεια ανατέθηκε σε ένα νεαρό ζευγάρι. Αυτό το ζευγάρι είπε αργότερα στην Αστυνομία ότι η μητέρα, όταν έφερε το δίχρονο Μπρέιβικ στο σπίτι, είχε ζητήσει να του επιτραπεί να αγγίξει το πέος του άνδρα, επειδή δεν είχε κανέναν να συγκρίνει τον εαυτό του ως προς την εμφάνιση.

Αυτό δείχνει ότι ο Μπρέιβικ είχε ήδη κακοποιηθεί σεξουαλικά από την ηλικία των δύο ετών.

Τον Φεβρουάριο του 1983, μετά από συμβουλή των γειτόνων της, η μητέρα του Μπρέιβικ ζήτησε βοήθεια από το Εθνικό Κέντρο Ψυχιατρικής Παιδιών και Εφήβων (SSBU) στο Όσλο. Εκεί η μητέρα έμενε κατά τη διάρκεια της ημέρας με τον Μπρέιβικ και παρατηρείτο από ψυχίατρους για περίπου ένα μήνα.

Το συμπέρασμα των ψυχιάτρων από την παραμονή ήταν ότι ο Μπρέιβικ έπρεπε να τοποθετηθεί στο σύστημα ανάδοχης φροντίδας και να απομακρυνθεί από τη μητέρα του για να αναπτυχθεί κανονικά.

Ο Μπρέιβικ ήταν σχεδόν εντελώς άδειος από οποιαδήποτε συναισθηματική δέσμευση. Δεν έδειχνε χαρά. Δεν έκλαιγε όταν τραυματιζόταν. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να παίξει με άλλα παιδιά.

Ήταν επίσης εξαιρετικά καθαρός και ανήσυχος όταν τα παιχνίδια του δεν ήταν καλά.

Οι ψυχολόγοι πίστευαν ότι είχε γίνει έτσι λόγω των αρνητικών αντιδράσεων της μητέρας του σε κάθε συναίσθημα που έδειχνε.

Σκέφτηκαν ότι τον τιμωρούσε και αντιδρούσε πολύ αρνητικά σε κάθε εμφάνιση συναισθημάτων του, πράγμα που τον είχε οδηγήσει να στερείται ορατών συναισθημάτων.

Η μητέρα του είχε επίσης ισχυριστεί ότι δεν ήταν επιμελής με την υγιεινή και την καθαριότητα και ότι έπρεπε συνεχώς να τον φροντίζει και να τον κυνηγά.

Οι ψυχολόγοι πίστευαν ότι ο Μπρέιβικ απέκτησε ψύχωση με την καθαριότητα λόγω του φόβου τιμωρίας από τη μητέρα του.

Οι αναφορές του προσωπικού ανέφεραν ότι η μητέρα του είχε πει στον Μπρέιβικ, ενώ γνώριζε ότι παρατηρείτο από το υγειονομικό προσωπικό ότι «επιθυμούσε να είναι νεκρός».

Ταυτόχρονα τον έδενε πάνω της και άλλαζε από πολύ στοργική σε εξαιρετικά σκληρή από τη μια στιγμή στην άλλη. Αυτή ήταν μια απαράδεκτη κατάσταση για ένα τετράχρονο, σύμφωνα με τους ψυχίατρους.

Η έκθεση του 1983 ανέφερε ότι «ο Άντερς είναι θύμα των προβολών της μητέρας του από παρανοϊκούς-επιθετικούς και σεξουαλικούς φόβους απέναντι στους άντρες γενικά», και «του προβάλλει τις δικές τις πρωτόγονες, επιθετικές και σεξουαλικές φαντασιώσεις, όλες τις ιδιότητες στους άνδρες που θεωρεί ως επικίνδυνες και επιθετικές.

Ο Μπρέιβικ αντιδρούσε πολύ αρνητικά απέναντι στη μητέρα του με τα συναισθήματά του να εναλλάσσονται μεταξύ της προσκόλλησης, της μικρής επιθετικότητας και της ακραίας παιδικότητας.

Το τελικό συμπέρασμα της παρατήρησης ήταν ότι «η οικογένεια χρειάζεται απόλυτη βοήθεια. Ο Άντερς πρέπει να απομακρυνθεί από την οικογένεια και να του δοθεί ένα καλύτερο επίπεδο φροντίδας. Η μητέρα ερεθίζεται από αυτόν και παραμένει σε αμφίσημη θέση που τον εμποδίζει να αναπτυχθεί με τους δικούς του όρους».

Ο Άντερς έχει γίνει ένα ανήσυχο, παθητικό παιδί που αποφεύγει ην επαφή.

Εμφανίζει ένα μανιακό αμυντικό μηχανισμό ανήσυχης δραστηριότητας και ένα ψεύτικο παραμορφωμένο χαμόγελο.

Λαμβάνοντας υπόψη τη βαθιά παθολογική σχέση μεταξύ του Άντερς και της μητέρας του, είναι ζωτικής σημασίας να γίνει έγκαιρη προσπάθεια για να αποτραπεί μια σοβαρά στρεβλή εξέλιξη του αγοριού».

Ωστόσο οι Υπηρεσίες Παιδικής Πρόνοιας δεν ακολούθησαν αυτή τη σύσταση.

Δεν κατάλαβαν πόσο επιβλαβής ήταν η μεταχείριση της μητέρας του για τον Μπρέιβικ. Αντ ‘αυτού της αφαιρέθηκε η φροντίδα του μόνο τα σαββατοκύριακα. Ο SSBU ήλπιζε ότι τελικά θα ενταχθεί πλήρως σε ανάδοχη οικογένεια.

Ωστόσο όταν ο πατέρας του Μπρέιβικ Γενς Μπρέιβικ έμαθε για την κατάσταση υπέβαλε αίτημα να αναλάβει την επιμέλειά του.

Αν και η μητέρα του Μπρέιβικ είχε συμφωνήσει να ανατεθεί σε ανάδοχη οικογένεια, όταν ο Γενς υπέβαλε αίτηση να αναλάβει την επιμέλειά του ζήτησε ο Μπρέιβικ να τεθεί υπό την πλήρη επιμέλειά της.

Τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας παρέστησαν με δικηγόρους. Τελικά, η υπόθεση απορρίφθηκε επειδή οι Υπηρεσίες Πρόνοιας πίστευαν ότι δεν θα μπορούσαν να παράσχουν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο για να δικαιολογήσουν την ανάθεση του Μπρέιβικ σε ανάδοχη οικογένεια,.

Ένας από τους κύριους λόγους για αυτό ήταν η μαρτυρία του προσωπικού του νηπιαγωγείου Vigelandsparken, στο οποίο ο Μπρέιβικ πήγαινε από το 1981.

Τον περιέγραψαν ως χαρούμενο παιδί και ισχυρίστηκαν ότι τίποτα δεν πήγαινε στραβά όσο ήταν εκεί.

Όλο αυτό το διάστημα η SSBU διατήρησε τη στάση της και είπε ότι «απαιτείται επείγουσα δράση για να αποφευχθεί μια σοβαρά στρεβλή ανάπτυξη του αγοριού».

Η SSBU έγραψε στις Υπηρεσίες Παιδικής Πρόνοιας μια επιστολή όπου ισχυριζόταν ότι θα έπρεπε να δοθεί εντολή για τη βίαιη απομάκρυνση του Μπρέιβικ.

Το 1984 έγινε ακρόαση ενώπιον του Barnevernsnemnda (δημοτική επιτροπή παιδικής πρόνοιας) σχετικά με το αν η μητέρα του Μπρέιβικ έπρεπε να χάσει την επιμέλεια του.

Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ένας νεαρός κοινωνικός λειτουργός που δεν είχε ποτέ εκπροσωπήσει μια υπόθεση στο δικαστήριο αντιμετώπισε τον έμπειρο δικηγόρο που είχε προσλάβει η μητέρα του Μπρέιβικ και που φυσικά κέρδισε την υπόθεση.

Αποφασίστηκε ότι η οικογένεια πρέπει να επιβλέπεται, ωστόσο μετά από τρεις μόνο επισκέψεις η επίβλεψη διακόπηκε.

Ο Μπρέιβικ δεν τέθηκε ποτέ ξανά σε αναδοχή.

Η SSBU επέκρινε έντονα την απόφαση δηλώνοντας «η κατάσταση της οικογένειας ήταν πολύ ανησυχητική. Το αγόρι κινδύνευε να αναπτύξει σοβαρά προβλήματα και αν η Υπηρεσία Παιδικής Πρόνοιας σκόπιμα επέλεγε να μην κάνει τίποτα, θα το είχε καταδικάσει. Εφόσον, ωστόσο, αρνήθηκαν να ενεργήσουν σύμφωνα με τις προτάσεις της η SSBU δεν μπορεί να κατηγορηθεί. Δεν είχε την εξουσία να λαμβάνει επίσημες αποφάσεις. Μόνο η Υπηρεσία Παιδικής Πρόνοιας θα μπορούσε να το κάνει».

*με πληροφορίες από wikipedia

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο