Παρότι συχνά έχουμε την αυθόρμητη αίσθηση ότι οι άνθρωποι εργάζονται ολοένα και περισσότερο, η πραγματικότητα είναι ότι σε σχέση με 150 χρόνια οι ετήσιες ώρες εργασίας – ένας επαρκής δείκτης του πόσο εργαζόμαστε – έχουν μειωθεί σημαντικά.

Όμως, όταν προσπαθήσουμε να δούμε πιο προσεκτικά την εξέλιξη θα δούμε ότι η μεγάλη μείωση είναι μέχρι τη δεκαετία του 1980. Έκτοτε είναι πιο αργή και σε ορισμένες περιπτώσεις πρακτικά ο χρόνος εργασίας είναι στάσιμος. Σε αυτό το συντελεί το γεγονός ότι διατηρείται το ορόσημο των 40ωρών της εβδομάδας.

Μάλιστα, στην περίοδο της πανδημίας, με τη αναγκαστική τηλεργασία πολλών εργαζομένων παγκοσμίως διαπιστώθηκε ότι συχνά αυτό σήμαινε και περισσότερες εργασίας και όχι μείωση.

 

Τα επιχειρήματα για τη μείωση του χρόνου εργασίας

Το βασικό επιχείρημα αφορά ακριβώς τις μεγάλες τομές στην παραγωγικότητα της εργασίας που έχουν υπάρξει όλες αυτές τις δεκαετίες. Τα περισσότερα προϊόντα, από τα τρόφιμα έως τα αυτοκίνητα, παράγονται σήμερα σε μονάδες που έχουν πολύ λιγότερους εργαζομένους σε σχέση με το παρελθόν, την ώρα που τα ίδια τα προϊόντα είναι πολύ εξελιγμένα και συχνά με απαιτήσεις συνθετότερης διαδικασίας παραγωγής. Αυτό δείχνει ότι η πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας έχει εκτιναχθεί. Όμως, εάν συνολικά μπορούμε να έχουμε τόσο μεγάλες παραγωγικότητες δυνατότητες, έπεται ότι μπορούμε να παράγουμε αυτά που έχουμε ανάγκη με λιγότερη εργασία και άρα να μειώσουμε τον χρόνο εργασίας.

Το δεύτερο επιχείρημα, που είχε τροφοδοτήσει και τους ιστορικούς αγώνες για το 35ωρο σε διάφορες χώρες, ήταν ότι η μείωση του χρόνου εργασίας θα μπορούσε να δημιουργούσε περισσότερες θέσεις εργασίας. Εδώ έχουμε ένα διαφορετικό επιχείρημα που δεν στηρίζεται τόσο στην αύξηση της παραγωγικότητας ώστε με λιγότερη εργασία να έχουμε την ίδια παραγωγή, όσο στο γεγονός ότι θα μπορούσε η ίδια εργασία να επιμεριστεί σε κάπως περισσότερους εργαζομένους.

Τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν ταυτίζονται, όμως οι υποστηρικτές τους επιμένουν ότι μπορούμε να τα συνδυάσουμε σε μια διεκδίκηση λιγότερων ωρών με αυξημένη παραγωγικότητα στους κλάδους που αυτό είναι εφικτό και περισσότερων προσλήψεων σε χώρους όπου η μείωση του χρόνου θα γεννά κενά.

Σε όλα αυτά βέβαια προστίθενται και όλα τα επιχειρήματα υπέρ του ελεύθερου χρόνου και της σημασίας που έχει για την κοινωνική ζωή όπως και η βασική θέση ότι τελικά ο ελεύθερος χρόνος είναι ένας πραγματικός δείκτης ευημερίας.

Το πείραμα της Ισλανδίας

Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν τα πορίσματα μιας μελέτης που αποτίμησε τα πειράματα που έγιναν στην Ισλανδία και πιο συγκεκριμένα στο δημοτικό συμβούλιο του Ρέικιαβικ και την ισλανδική κυβέρνηση ανάμεσα στο 2015-2019. Αυτά περιλάμβαναν περίπου 3000 εργαζομένους που μείωσαν τις ώρες εργασίας τους από 40 την εβδομάδα σε 35 ή 36 και σε ορισμένες περιπτώσεις σε 4 από 5 μέρες εργασίας, με την ίδια αμοιβή.

Αυτό που προέκυψε ήταν η συνολική τους απόδοση, το συνολικό έργο δηλαδή που παρήγαγαν, ήταν το ίδιο και σε ορισμένες περιπτώσεις η παραγωγικότητα βελτιώθηκε. Για παράδειγμα το λογιστήριο του Δήμου του Ρέικιαβικ διαπίστωσε αύξηση 6,5% στον αριθμό των τιμολογίων που επεξεργάζονταν και καταχωρούνταν.

Όλα αυτά συνδυάστηκαν με θετικές αντιδράσεις από τους εργαζομένους που ανέφεραν λιγότερο στρες, καλύτερη υγεία και μεγαλύτερη δυνατότητα για ισότιμη συνεισφορά στα οικογενειακά καθήκοντα.

Η σημασία του πειράματός αυτού ήταν κυρίως στην κλίμακά του (παρότι βέβαια οι εργαζόμενοι αυτοί αντιπροσώπευαν ένα μικρό μέρος του εργατικού δυναμικού της Ισλανδίας) και στα σαφώς μετρήσιμα αποτελέσματά του.

Ανάλογα πειράματα, σε μικρότερη κλίμακα έχουν δοκιμαστεί και σε άλλες επιχειρήσεις διεθνώς συνήθως σε συνδυασμό με περιορισμό άλλων δραστηριοτήτων, όπως π.χ. τον χρόνο που αφιερώνεται σε συσκέψεις.

Ποιες οι δυσκολίες για τη μείωση του χρόνου της εργασίας

Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε τις αντίρροπες τάσεις και δυναμικές που καταγράφονται.

Η πρώτη έχει να κάνει με μια ορισμένη πόλωση που καταγράφεται στις σύγχρονες εργασίες. Παρότι πάρα πολλές θέσεις εργασίας στη μεταποίηση, όπως και στα δίκτυα διανομής, αλλά και σε πιο «επιτελικές» διανοητικές θέσεις εργασίας έχουν ωφεληθεί από τα άλματα στην παραγωγικότητα που έχει φέρει η τεχνολογική πρόοδος αλλά και το διαρκώς αυξανόμενο μορφωτικό επίπεδο του εργατικού δυναμικού, δεν έχει συμβεί το ίδιο με πολλούς κλάδους των υπηρεσιών.

Ένας πολύ μεγάλος αριθμός θέσεων εργασίας στις υπηρεσίες, από την εστίαση, την φιλοξενία και τις προνοιακές υπηρεσίες μέχρι την εκπαίδευση, δεν είναι εύκολο να έχουν τα ίδια άλματα στην παραγωγικότητα, την ώρα που είναι δραστηριότητες έντασης εργασίας. Σε τέτοιους χώρους η αύξηση του παραγόμενου έργου σημαίνει περισσότερες ώρες εργασίας. Το ίδιο ισχύει και για τον ολοένα και αυξανόμενο κλάδο των υπηρεσιών υποστήριξης (call centres κ.λπ.), όπως βέβαια και για αρκετές θέσεις εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες, από τις μεγάλες αποθήκες έως τα εμπορικά καταστήματα.

Επιπλέον, σε αρκετές περιπτώσεις επειδή μιλάμε για δουλειές είτε κακοπληρωμένες είτε επισφαλείς (π.χ. παροχή εργασίας μόνο όταν προκύπτουν ανάγκες), οι ίδιοι οι εργαζόμενοι εξωθούνται στην υπερεργασία για να μπορούν να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Αυτό γίνεται πολύ έντονο σε χώρες όπου χρησιμοποιούνται πρακτικές όπως τα zero hour contracts (δηλαδή συμβάσεις εργασίας που δεν έχουν εγγυημένες ώρες και απλώς απαιτούν διαθεσιμότητα του εργαζομένου) ή την εργασία στις διάφορες πλατφόρμες.

Και βέβαια υπάρχει και το θέμα των εργοδοτών που προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρατήσουν χαμηλά το εργατικό κόστος, ακόμη και όταν έχουν σημαντικά περιθώρια κέρδους, και δεν βλέπουν με καλό μάτι το ενδεχόμενο να χρειαστεί να κάνουν περισσότερες προσλήψεις σε περίπτωση μείωση των ωρών εργασίας.

Η συνολική πρόκληση

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μείωση του χρόνου εργασίας μόνο ως πλευρά μιας αναγκαίας ιστορικής προόδου μπορεί να χαρακτηριστεί. Ακόμη και εάν δεχτούμε ότι η εργασία μπορεί να είναι δημιουργική, ή να προσφέρει στοιχεία αυτοπραγμάτωσης, είναι σαφές ότι η ποιότητα ζωής περνάει μέσα από την ύπαρξη άφθονου χρόνου για τις διαπροσωπικές σχέσεις, την επαφή με την τέχνη και τον πολιτισμό, αλλά και τη δραστηριοποίηση στην κοινωνία των πολιτών.

Για να υπάρξει μια μείωση του χρόνου εργασίας οι τεχνολογικές και οργανωτικές προϋποθέσεις είναι εδώ. Με έναν τρόπο υπάρχουν και οι οικονομικές προϋποθέσεις εάν δούμε τον συνολικό όγκο της κερδοφορίας παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης αυτής που αφορά τα χρηματοοικονομική σφαίρα.

Όμως, την ίδια στιγμή είναι σαφές για να υπάρξει μια γενναία μείωση του χρόνου εργασίας, χωρίς μείωση των αποδοχών και με ταυτόχρονη κάλυψη των επιπλέον αναγκών για εργασίας που θα δημιουργηθούν αυτό απαιτεί μια άλλου είδους συνολική πολιτική για την εργασία, ή για να το πούμε αλλιώς ένα διαφορετικό κοινωνικό συμβόλαιο από αυτό που έχουμε σήμερα.

Μόνο που αυτό απαιτεί να αντιληφθούμε ότι όταν μιλάμε για την εργασία δεν μπορούμε να μιλάμε απλώς για το κόστος ενός «παραγωγικού συντελεστή» αλλά για την ίδια την ανθρώπινη κοινωνικότητα και τελικά το είδος της ζωής που θέλουμε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο