Γαλουχημένοι με «βιβλικές καταστροφές», «πύρινες λαίλαπες», «θύελλες αντιδράσεων», «καρατομήσεις υπουργών» και όποια άλλη στερεότυπη έκφραση επιστρατεύει η δημοσιογραφική αμετροέπεια προκειμένου να τραβήξει καθημερινά την προσοχή μας (δίχως να απομακρυνθεί, παράλληλα, από την πνευματική οκνηρία της), δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου τα γεγονότα ταυτίζονται με την κλισέ διατύπωσή τους: πώς να αισθανθείς μια αληθινή γροθιά στο στομάχι όταν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας σε κατακλύζουν για ψύλλου πήδημα με «γροθιές στο στομάχι»; Ωστόσο, είναι βολικό και άδικο να τα ρίχνουμε όλα στους δημοσιογράφους. Εάν στήσουμε αφτί στα καφενεία ή ξεφυλλίσουμε επί τροχάδην τα πρακτικά της Βουλής, θα πιστέψουμε ότι ζούμε σε μια χώρα όπου, τουλάχιστον τα τελευταία σαράντα επτά φαινομενικά αδιατάρακτα μεταπολιτευτικά χρόνια, βιώνουμε ένα πραξικόπημα κάθε τρεις ημέρες. Παρότι δεν το δείχνουμε στις κρατήσεις θέσεων και στα εκδοτήρια εισιτηρίων, είμαστε λαός που λατρεύει την οπερέτα.

Αυτούς τους ιλαροτραγικούς συλλογισμούς τροφοδότησε μια ταινία που είδα τις προάλλες σ’ έναν από τους θερινούς κινηματογράφους της συνοικίας μου· παράδοξη επιλογή για ψυχαγωγική έξοδο, ύστερα από μήνες καραντίνας, αλλά κι ένα σκληρό μάθημα για μιας άλλης μορφής, ασυγκρίτως πιο μακρόχρονη και βάναυση, πραγματική καραντίνα. Δεν θα σας συνιστούσα να τη δείτε ψυχολογικά απροετοίμαστοι, αλλά και δεν έχω ιδέα πώς διάολο θα μπορούσε κάποιος να προετοιμαστεί ψυχολογικά για να παρακολουθήσει μια ανάλογη ταινία. Ειδικά εάν, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί μου ή/και νεότεροι στην Ελλάδα, έχετε ενηλικιωθεί μέσα στη μεγαλοστομία και την τερατολογία, μάλλον θα νιώσετε βαθιά αμηχανία, αν όχι ντροπή. Το είδος της ντροπής που αισθάνθηκαν οι Πρωτόπλαστοι όταν ξαφνικά πήραν πρέφα ότι ήταν ολόγυμνοι. Συνειδησιακά ολόγυμνοι, εν προκειμένω.

Το πολυβραβευμένο και υποψήφιο για Οσκαρ ντοκιμαντέρ «Για τη μικρή Σαμά» (2019) είναι κυριολεκτικά χειροποίητο, σχεδόν όλο γυρισμένο με την κάμερα στο χέρι της Γουάντ αλ Κατέμπ, μιας νεαρής γυναίκας από τη Συρία. Η Σαμά (το όνομά της σημαίνει «ουρανός») είναι η κόρη της Γουάντ: κυοφορείται, γεννιέται και μεγαλώνει κατά τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ, από το 2012 έως το 2016, στο μαρτυρικό Χαλέπι. Ουσιαστικά ολόκληρο το ντοκιμαντέρ δεν είναι παρά μια «ανοιχτή επιστολή» της μητέρας προς την κόρη της και ταυτόχρονα μια ανατριχιαστική καταγραφή των γεγονότων που βιώνει η Σαμά, δίχως να είναι ακόμη σε θέση να αποκωδικοποιήσει. Το Χαλέπι πολιορκείται από τις κυβερνητικές δυνάμεις του προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ, ανελέητου δικτάτορα και δευτερότοκου γιου του Χάφεζ, ενός άλλου ανελέητου δικτάτορα (κάποια στιγμή η Γουάντ λέει στη Σαμά πως «έχουμε δικτατορία από τότε που ο παππούς σου ήταν μικρό παιδί»). Τον ίδιο καιρό το Χαλέπι σφυροκοπείται από την αεροπορία του Βλαντίμιρ Πούτιν. Δεν γίνεται καμία διάκριση ανάμεσα σε μάχιμα και άμαχα σφάγια, νόμιμους ή μη νόμιμους στόχους.

Απεναντίας, τα νοσοκομεία, όπου μεταφέρονται υπό άθλιες συνθήκες βαριά τραυματισμένοι, ετοιμοθάνατοι ή ήδη πεθαμένοι – μεταξύ τους και πολλά παιδιά – αποτελούν προσφιλές «κυνήγι της αλεπούς» για τα ρωσικά βομβαρδιστικά. Ο Χάμζα, ο σύζυγος της Γουάντ, είναι γιατρός· έτσι η Γουάντ, με την κάμερα πάντα στο χέρι, συχνά και με τη Σαμά αγκαλιά, μας μεταφέρει στα αυτοσχέδια χειρουργεία, εκεί όπου δίνεται η ύστατη μάχη για να κρατηθούν τα θύματα των βομβαρδισμών στη ζωή, μια μάχη άνιση παντού και προκαταβολικά – σε πόνο, σε πιθανότητες, σε αντοχές -, εκεί όπου δεν προλαβαίνεις να σφουγγαρίσεις το αίμα των αθώων, πόσω μάλλον να το εμποδίσεις να στοιχειώσει τους εφιάλτες σου. Κι από τα χειρουργεία, πίσω πάλι στα κλειστοφοβικά καταφύγια. Η «φρίκη του πολέμου»; Αλλο ένα δημοσιογραφικό κλισεδάκι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο