Το ημερολόγιο έδειχνε 1η Απριλίου 2001, αλλά ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο για πρωταπριλιάτικο αστείο. Η επιχείρηση σύλληψής του από 400 ένοπλους αστυνομικούς ήταν γεγονός, όπως άλλωστε και η εντολή που ο ίδιος είχε δώσει στους μπαρουτοκαπνισμένους και αφοσιωμένους σωματοφύλακές του: Αντισταθείτε μέχρις εσχάτων.

Η πρώτη απόπειρα εισβολής στη βίλα του Βελιγραδίου στην οποία διέμενε – η οποία αποτέλεσε στο παρελθόν και το στρατηγείο του ιδρυτή της Γιουγκοσλαβίας, Γιόζιπ Μπροζ Τίτο – απέτυχε και οι αστυνομικοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Το ίδιο συνέβη και με τη δεύτερη, ενώ την ίδια στιγμή ο Μιλόσεβιτς απειλούσε να σκοτώσει την γυναίκα του και την κόρη του και να αυτοκτονήσει.

Μετά από αυτά όλοι, με πρώτο και καλύτερο τον τότε πρωθυπουργό της Σερβίας, Ζόραν Τζίτζιτς (ο οποίος δολοφονήθηκε δύο χρόνια αργότερα, στις 12 Μαρτίου 2003), κατάλαβαν ότι δεν υπήρχαν πολλοί τρόποι για να αποφευχθεί το αιματοκύλισμα. Άλλωστε, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, οι 20 περίπου σωματοφύλακες του Μιλόσεβιτς διέθεταν ένα ουκ ευκαταφρόνητο οπλοστάσιο: δύο θωρακισμένα οχήματα, 30 αυτόματα όπλα, τρία οπλοπολυβόλα, ένας εκτοξευτής ρουκετών, 30 εκτοξευτές οβίδων, 10 κιβώτια με πυρομαχικά και άλλα δύο με χειροβομβίδες.

Διαπραγματεύσεις και «εγγυήσεις»

Οι διαπραγματεύσεις έμοιαζαν μονόδρομος, εκείνη τη στιγμή. Αυτό και έγινε τελικά, με τη συνδρομή και του Τζίντζιτς και του Μπράνισλαβ Ίβκοβιτς, αντιπροέδρου του Σοσιαλιστικού Κόμματος του Μιλόσεβιτς, το οποίο είχε ηττηθεί στις εκλογές που είχαν διεξαχθεί έξι μήνες νωρίτερα.

Μετά από 7 ώρες, ο τελευταίος πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας (1987-2000) και αποκαλούμενος «Χασάπης των Βαλκανίων», εξαιτίας του ρόλου που είχε παίξει στον εμφύλιο πόλεμο, πείστηκε να παραδοθεί. Κάτι που έγινε αφού έλαβε γραπτές διαβεβαιώσεις πως θα έχει μια δίκαιη δίκη στη χώρα του και ότι η παράδοσή του σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε προάγγελο της έκδοσής του στη Χάγη, προκειμένου να δικαστεί για εγκλήματα πολέμου. – συνοδευόμενες από εγγυήσεις για την ασφάλεια της οικογένειάς του.

Οι διαπραγματευτές, μάλιστα, του μετέφεραν και τις κατηγορίες που θα του απευθύνονταν: Παρατυπίες στην οικονομική διαχείριση, επιζήμια πολιτική για τη σερβική οικονομία και συνευθύνη για την αστάθεια στη χώρα την περίοδο του υπερπληθωρισμού, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 – με άλλα λόγια, πταίσματα μπροστά σε αυτά που φοβόταν ο ίδιος.

Ή τον παραδίνετε ή χρεοκοπείτε

Οι υποσχέσεις, φυσικά, δεν τηρήθηκαν, καθώς η Δύση – που έφερε μεγάλη ευθήνη για την τραγωδία της Γιουγκοσλαβίας – ήθελε ο Μιλόσεβιτς να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Οι αρχές του Βελιγραδίου, ακόμη και πρώην σύμμαχοι του Μιλόσεβιτς, αναγκάστηκαν να τον εγκαταλείψουν υπό το βάρος της απειλής ότι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι θα «στραγγάλιζαν» οικονομικά τη Σερβία.

Έτσι, άλλαξαν τον νόμο και, μετά την έγκριση που έδωσε και το συνταγματικό δικαστήριο, ο Μιλόσεβιτς μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος στη Χάγη, στις 28 Ιουνίου 2001 – επέτειο της μεγάλης μάχης του 1389, στο Πόλιε του Κοσόβου, που σφραγίστηκε από τη νίκης των χριστιανικών δυνάμεων υπό την ηγεσία των Σέρβων απέναντι στον στρατό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στη Χάγη, ο Μιλόσεβιτς έμελλε να αφήσει και την τελευταία του πνοή, πριν καν προλάβει να απολογηθεί. Στις 11 Μαρτίου 2006 πέθανε από καρδιακή ανακοπή.

Έτσι, το κεφάλαιο Μιλόσεβιτς έκλεισε. Όχι όμως και η ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας, καθώς και των κρατών που προέκυψαν από τη διάλυσή της. Πόσο καλύτερα είναι, άραγε, σήμερα τα πράγματα για τους κατοίκους τους;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο