Η μαρτυρία της ηθοποιού Ζέτας Δούκας εναντίον του Γιώργου Κιμούλη, ήρθε λίγο μετά από αυτήν της Σοφίας Μπεκατώρου και -πολύ κακώς- θεωρήθηκε από το κοινό ότι εκπέμπει στο ίδιο μήκος κύματος. Η γνωστή ηθοποιός ισχυρίστηκε ότι ο Κιμούλης, σε περίοδο που συνεργάζονταν, την κακοποιούσε και σωματικά και λεκτικά “για να βγάλει ένα αποτέλεσμα επί σκηνής”. Για την ακρίβεια, η σωματική κακοποίηση, κατά την Ζέτα Ζούκα, περιείχε ως και κλωτσιές! Ο Γιώργος Κιμούλης απάντησε με μήνυση εις βάρος της, λέγοντας στο ΜEGA και την Ράνια Τζίμα ότι μετά τη Σοφία Μπεκατώρου έγιναν… μόδα τέτοιες “αποκαλύψεις”.

Δυστυχώς για τον κύριο Κιμούλη, το μέρος της ηθοποιού πήραν κι άλλες συνάδελφοί της. “Γελάνε και τα καμαρίνια (με τη μήνυση του Κιμούλη”, έγραψε η Φαίη Κοκκινοπούλου, ενώ η Δώρα Χρυσικού, που συμμετείχε στην εν λόγω παράσταση έγραψε πως είναι “Με την Ζέτα”. Πολύς κόσμος αρνήθηκε να πέσει από τα σύννεφα μετά την αποκάλυψη. Αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως, ξεκίνησε και μία οχλαγωγία ένθεν κακείθεν -είτε πιο “κουλτουριάρικα”, είτε πολύ πιο απλοϊκά- που όπως γίνεται συνήθως, κατηγόρησαν την ηθοποιό.

Θυσιάζεσαι για το αποτέλεσμα;

Χρόνια μετά την προβολή του “Τελευταίου Τανγκό στο Παρίσι”, η πρωταγωνίστρια Μαρία Σνάιντερ κατηγόρησε και τον Μάρλον Μπράντο και τον Μπερτολούτσι ότι η περιβόητη σκηνή του πρωκτικού σεξ με το βούτυρο, στήθηκε εν αγνοία της. Επρόκειτο για βιασμό, σε συμφωνία Μπράντο και Μπερτσολούτσι, όταν μπροστά στην κάμερα ο ηθοποιός ουσιαστικά επιτέθηκε στην πολύ νεότερη και ως τότε σχεδόν άσημη Σνάιντερ. Εν αγνοία της, για να φαίνεται πιο “ρεαλιστικό” το αποτέλεσμα. Η 19χρονη Σνάιντερ έκλαιγε με αληθινά δάκρυα σε μία σκηνή μου, όπως της είπε ο Μπράντο, “ήταν απλώς για μία ταινία”.

Χρόνια αργότερα, όταν πια αποκάλυψε τον βιασμό της από τα δύο ιερά τέρατα της Μεγάλης Οθόνης, λοιδορήθηκε, αλλά δεν σταμάτησε. Έδρασε ως ακτιβίστρια για την προστασία των ηθοποιών , την ενημέρωση και την ελευθερία τους. Αλλά δεν πρόλαβε να δικαιωθεί εν ζωή. Πέθανε το 2011 στα 58 της χρόνια, ενώ ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι θα αποκάλυπτε μόλις το 2013 τι πραγματικά συνέβη σε εκείνο το κινηματογραφικό πλατό:

“Η σκηνή με το βούτυρο ήταν μία ιδέα που συζητήσαμε με τον Μάρλον στο πρωινό (…), νιώθω απαίσια για τον τρόπο που φέρθηκα στη Μαρία (χωρίς να ενημερωθεί, δηλαδή), ήθελα την αντίδραση ενός κοριτσιού και όχι μίας γυναίκας”.

Αυτή είναι ίσως η γνωστότερη ιστορία κακοποίησης από τον χώρο του θεάματος. Το θύμα, όμως, δεν έχει αποκατασταθεί στο συλλογικό νου ούτε καν μετά το θάνατό της. Ακόμα και σήμερα η σκηνή του βιασμού της χαρακτηρίζεται ως “αμφιλεγόμενη”.

Οι ιστορίες εναντίον μεγάλων καλλιτεχνών δεν είναι λίγες. Και ο Μάνος Χατζιδάκις λέγεται ότι ήταν εξαιρετικά υποτιμητικός, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος ήταν πολύ σχολαστικός κοκ. Υπάρχει μία σοβαρή διάσταση μεταξύ κακοποίησης και αυστηρότητας, ωστόσο. Ένας καλλιτέχνης μπορεί να είναι σπουδαίος και χωρίς να εξευτελίζει τους συνεργάτες του. Ωστόσο, στο χώρο του θεάματος υπάρχει μία “ρομαντικοποίηση” τη κακοποίησης του μικρού από το μεγάλο. Σα να επιτρέπονται ξαφνικά όλα τα απαγορευμένα των ανθρώπων, εις βάρος της αξιοπρέπειάς τους, για να έρθει σε πέρας το αποτέλεσμα. Αλλά θα ήταν τόσο χειρότερος ο καλλιτεχνικός κόσμος αν δεν είχε βιαστεί η Μαρία Σνάιντερ;

Όχι, δε θα ήταν. Ούτε οι εκρήξεις του Χατζιδάκι έκαναν την Τέχνη υψηλότερη. Ούτε είναι αυτονόητο πως ξεπερνώντας τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του καλλιτέχνη, τα πραγματικά του όρια, τα προσωπικά του, βγαίνει ένα πιο σπουδαίο αποτέλεσμα.

Αυτή η ρομαντικοποίηση της βίας, όπου αφήνει παραθυράκια επιτρεπτά και στόματα χτισμένα, δεν είναι παρά μία τροχοπέδη, ανεπίτρεπτη και τόσο ψυχοφθόρα.

Η λογική του ισχυρού

Η διάλυση των εργασιακών σχέσεων, όξυνε τους τραμπουκισμούς στους χώρους εργασίας. Πάντοτε υπήρχε η λογική του ισχυρού, αλλά όταν χάθηκαν τα εργασιακά δικαιώματα, δόθηκε στον εργοδότη το ελεύθερο να καλλιεργεί ένα καθεστώς φόβου και εξευτελισμού, δίπλα στους λεηλατημένους μισθούς και τα ανύπαρκτα ένσημα. Ωστόσο, κάποιοι εργασιακοί χώροι, υπερασπίζονταν κι από πριν την ιστορία της ρομαντικοποίησης.

Υπάρχουν δουλειές που επιτρέπεται στο αφεντικό να είναι “ντίβα”. Και στην πνευματική εργασία, υμών των δημοσιογράφων συμπεριλαμβανομένων, κι εκτός των τειχών μας. Στις υψηλόβαθμες εταιρικές θέσεις είναι σχεδόν απαίτηση να είσαι “σκληρός” εργοδότης, στη δε μόδα, που είναι κατηγορία από μόνη της με δεκάδες παρακλάδια, σπανίως υπάρχουν όρια.

Οι ιστορίες βρίθουν από θρυλικές φιγούρες, εκδότες, διευθυντές, σχεδιαστές μόδας που συμπεριφέρονταν απολύτως εγωκεντρικά, κάνοντας “κουρέλι” τους υφισταμένους τους, αλλά απολαμβάνοντας τη δόξα του Σπουδαίου, όταν το αποτέλεσμα ήταν αριστουργηματικό.

Αυτομάτως η συγκεκριμένη κατάργηση των ορίων της αξιοπρέπειας, η αιτιολόγησή της, άφηνε αφανή τα θύματα. Κανένας δε θέλει να πηγαίνει στη δουλειά του και να δέχεται ουρλιαχτά, υποτίμηση, παρενόχληση. Και τίποτε από αυτά δεν είναι αποδεκτά για το χατήρι ενός ονόματος που ακούγεται βαρύ.

Ισοπεδώνοντας τις καταγγελίες

Η προσπάθεια του Γιώργου Κιμούλη να ρίξει το επίπεδο της καταγγελίας της Ζέτας Δούκα, στο υποτιθέμενο γεγονός ότι μετά τη Σοφία Μπεκατώρου βγήκαν σωρηδόν αβάσιμες καταγγελίες στο φως, κατάφερε και να μειώσει την Σοφία Μπεκατώρου και να αντιμετωπίσει με αλαζονεία τη δική του συνάδελφο.

Είναι εξαρχής λάθος να συγκρίνουμε καταγγελίες, λες και η προσωπική μαρτυρία ενός ανθρώπου, ο δικός του πόνος, μπορεί να μπει στο ζύγι για να κερδίσει ή να χάσει. Μετά τη Σοφία Μπεκατώρου μίλησαν πολλές γυναίκες για το δικό τους βιασμό. Σε ένα τέτοιο κλίμα ανοχής, που οι ίδιες δημιουργούμε σιγά σιγά, είναι απολύτως υγιές και αναμενόμενο να ανοίξουν το στόμα τους γυναίκες που έχουν υποστεί άλλου τύπου βία.  Θα πρέπει να κατηγοριοποιήσουμε την βία; Κι αν ναι, ποιος μας δίνει ένα τέτοιο δικαίωμα;

Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να το κάνουμε, γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι σημαντικότεροι από άλλους, στο βαθμό που να έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν αν μία γυναίκα υπήρξε θύμα βίας ή όχι. Η Ζέτα Δούκα δέχτηκε πυρά: Από το “τώρα όλες βγαίνουν και λένε ότι έφαγαν ξύλο”, μέχρι το “ήταν διάσημη τότε, ας μιλούσε” και τέλος, μέχρι την ωμή ρομαντικοποίση της βίας “αυτά συμβαίνουν”.

Είναι ακόμα νωρίς σε αυτήν την υπόθεση, δεν έχει τελειώσει ούτε ο κύκλος των πυρών εις βάρος της ηθοποιού κι ιδανικά, ούτε ο κύκλος των καταγγελιών. Αλλά προκαλεί τεράστια εντύπωση πώς οι βασικές μας αξίες μπορούν να πάνε περίπατο όταν ο θύτης είναι καλλιτέχνης βεληνεκούς και το θύμα μία ταλαντούχα γυναίκα, που έχει κατηγοροιοποιηθεί -κακώς- ως μία απλώς “ωραία”.

Τέχνη, Εργασία και Αξιοπρέπεια

Βρίσκουμε, λοιπόν, τη Ζέτα Δούκα να κατηγορείται που δε μίλησε νωρίτερα. Αυτήν την φορά, αποδίδοντάς της και μία ισχύ: Ήταν ήδη διάσημη. Είμαστε διατεθειμένοι να παραβλέψουμε, λοιπόν, τον παράγοντα της συναισθηματικής φθοράς ή και του φόβου, όταν το θύμα είναι μία ηθοποιός, ή -αν θέλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς- όταν ο θύτης φέρεται να είναι ο Γιώργος Κιμούλης.

Εδώ καλούμαστε να δεχτούμε αν θα συνυπάρξουμε ή όχι με κάποια υποτιθέμενα “αυτονόητα”. Είναι αυτονόητο πως ο διευθυντής σου μπορεί να ουρλιάζει; Πως σε ένα καλλιτεχνικό και γενικώς πνευματικό πρότζεκτ δικαιολογούνται να πετάνε… τασάκια πάνω από τα κεφάλια των εργαζομένων ή να ακούγονται προσβολές που την επόμενη στιγμή οφείλουν να μη “σημαίνουν κάτι τρομερό”; Όχι, δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Είναι, όμως, κακοποίηση; Ναι, είναι.

Είναι κακοποίηση κατά τον ίδιο τρόπο που ο εργοδότης σε ένα μπαρ θα παρενοχλήσει σεξουαλικά έναν υφιστάμενο, θα απειλήσει σε ένα λογιστικό γραφείο ή θα χτυπήσει στον οποιοδήποτε χώρο εργασίας. Αν, ωστόσο, το θύμα ήταν μία γυναίκα που δουλεύει ως σερβιτόρα σε συνοικιακό μαγαζί, τότε δε θα υπήρχε καμία ρομαντικοποίηση και καμία απαίτηση να όρθωνε το ανάστημά της απέναντι στον θύτη. Σαν τις ελληνικές μελό ταινίες που θα πάρουμε a priori το μέρος της μικρής, αθώας και φτωχής, αλλά άμα ρίξει κι ένα χαστούκι ο Παπαμιχαήλ στην ντίβα, δε χάλασε κι ο κόσμος.

Από τις πιο δύσκολες αποφάσεις αυτής της ζωής είναι να διαλέξεις πλευρά, αξιακά και να παραμείνεις πιστός ακόμα κι αν αλλάζει το σκηνικό. Ακόμα κι αν κάποιος ζυγίζει ως βαρύτερη την καλλιτεχνική αξία του Γιώργου Κιμούλη από αυτήν της Ζέτας Δούκα, αν τον ονομάζει κι “αριστερό” και “ποιοτικό”, στο διά ταύτα, στο σημείο που καλείσαι να υπερασπιστείς μία γυναίκα η οποία καταγγέλλει κακοποίηση (με υποστηρικτικές μαρτυρίες υπέρ της) ή έναν άντρα στο -αε πούμε ρηχά- δικό σου μήκος κύματος, πρέπει να διαλέξεις. Ή τον θύτη ή το θύμα. Κι εδώ είναι που μετριέται το βάθος μας όταν υπερασπιζόμαστε αξίες.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο