Τι όμως ήταν αυτό που θεωρήθηκε πρωτότυπο και συνάμα αιρετικό την εποχή που το Τρίτο Στεφάνι πρωτοκυκλοφόρησε; Την απάντηση, νομίζω, έδωσε ένας γνωστός συγγραφέας και κριτικός σε μια κριτική του στη Μεσημβρινή […]. Αφού περιγράφει τη «ζωντάνια και γραφικότητα του κειμένου», τα «ανάμικτα γλωσσικά του στοιχεία» και τον «άναρχο νατουραλισμό του», θα καταλήξει λέγοντας ότι το υλικό του μυθιστοριογράφου «ξεγλιστράει αμετουσίωτο ανάμεσα από τα δάχτυλά του, έτσι που στο τέλος καταντάει το κυριακάτικο γιουβέτσι και τα μπουγαδόνερα της συνοικιακής αυλής να προσδιορίζουν με τη μυρωδιά τους και το ύψος από το οποίο αντικρύζει την οικουμένη ο συγγραφέας». Φαίνεται ότι τα «μπουγαδόνερα» είναι η αγαπημένη λέξη των επικριτών του βιβλίου. Την επανέλαβε και μια διακεκριμένη λογοτέχνις της Αριστεράς και κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα. Κάτι σαν λάιτ μοτίβ βαγκνερικής όπερας.

Αυτό που σοκάρισε και στάθηκε και το πρωτοποριακό στοιχείο, είναι ότι ολόκληρο το μυθιστόρημα στηρίζεται σ’ ένα συνεχή μονόλογο δύο γυναικών που η γλώσσα τους και τα ήθη τους ανήκουν στην μικροαστική τάξη. Ποτέ πριν στην νεοελληνική λογοτεχνία ένα μυθιστόρημα δεν χρησιμοποίησε σε αυτή την έκταση και σε αυτό το βαθμό την προφορικότητα της αφήγησης και το καθημερινό ιδιόλεκτο αυτής της τάξης. Υπάρχουν, φυσικά, πάμπολλοι διάλογοι στη λογοτεχνία που αποτυπώνουν τον προφορικό λόγο των ηρώων. Όμως αυτοί οι διάλογοι αποτελούν απλά παρένθεση στην αφήγηση, πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, αδιάφορο, και χρησιμεύουν στο να ζωντανέψουν την διήγηση και να προσδώσουν αληθοφάνεια στους ήρωες. Το κυρίως κείμενο γράφεται, κατά κανόνα, σε λογοτεχνική γλώσσα. Οτιδήποτε μπορεί να σημαίνει αυτό. Η διαφορά είναι ακόμα πιο έκτυπη σε συγγραφείς όπως ο Παπαδιαμάντης. Οι ήρωες εκεί μιλούν λαϊκά και με ιδιωματικό μάλιστα τρόπο, ενώ το αφηγηματικό μέρος γίνεται στην καθαρεύουσα με μεγάλες προτάσεις και με δύσκολη συχνά σύνταξη. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους συγγραφείς που έγραψαν στη δημοτική. Οι διάλογοι ζωντανεύουν και στολίζουν την διήγηση, που κυλά σε καλά επεξεργασμένη και στολισμένη πρόζα.

Ο Ταχτσής, όντας ο ίδιος στη ζωή του ένας χείμαρρος λόγου και ελευθεριότητας, υιοθέτησε και στο βιβλίο του τον τρόπο αυτό. Ένα συνεχές μουρμούρισμα διατρέχει όλο το κείμενο, το ίδιο αυτό μουρμούρισμα που ο συγγραφέας ήξερε καλά από την οικογένειά του και τα συγγενικά του πρόσωπα. Είναι οι ευχές, οι κατάρες, οι αφορισμοί, που όλοι ακούμε στις οικογένειές μας σε οποιαδήποτε τάξη και αν ανήκουμε. «Που να μη λιώσουν τα κόκαλά σου!», «Θου κύριε φυλακή το στόματί μου», «Αχ, βρε κερατά, θεέ», «Δεν έχεις πια καθόλου τσίπα επάνω σου;», «Σσσ! Κι οι τοίχοι έχουν αυτιά!», «Μύγα τσε-τσε σ’ έχει τσιμπήσει, κακό χρόνο να ’χεις», «Σκάσε κτήνος» και άλλα πολλά. Όμως εδώ στον Ταχτσή οι εκφράσεις αυτές αποκτούν μια ιδιαιτερότητα. Δεν είναι γαρνίρισμα αλλά ουσία. Είναι ο πρώτος που έκανε ύφος με τη γλώσσα των μικροαστών. Είχε την ευφυΐα, αλλά και το ταλέντο, να την αναπαραγάγει σχεδόν θεατρικά. Με την υπερβολή που διέκρινε και τον ίδιον (και χωρίς υπερβολή δεν κάνει κανείς τέχνη), αλλά και τη σοφία να ξέρει τι θ’ αφήσει και τι θα κρατήσει από το υλικό του. […]

Μένης Κουμανταρέας, «Ο τρίτος γύρος». Ξεχασμένη φρουρά. Τα κρυφά χαρτιά του συγγραφέα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2010, 89-91.

[…] Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, στομφώδεις χαρακτήρες τείνουν να χρησιμοποιούν στοιχεία της καθαρεύουσας στην ομιλία τους, ενώ η γλώσσα των εφημερίδων, καθώς και η επίσημη γλώσσα της γραφειοκρατίας, παρατίθεται ή ακόμη και παρωδείται. Παρ’ όλο που οι εξελίξεις αυτές έγιναν σταδιακά, τα αποτελέσματά τους υπήρξαν ορατά και πολυσυζητημένα με αφορμή ένα μυθιστόρημα πρωτοδημοσιευμένο το 1962: Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή. Η γλώσσα αυτού του βιβλίου έχει συζητηθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πλευρά του, και στο πλαίσιο του θέματος που μας απασχολεί αξίζει να θεωρήσουμε Το Τρίτο Στεφάνι σαν ένα κωμικό αριστούργημα, ανάλογο με τα επιτεύγματα του δέκατου ένατου αιώνα στην κωμωδία, η οποία αξιοποίησε χιουμοριστικά το Γλωσσικό Ζήτημα ως στόχο αστεϊσμών. Στα Κορακιστικά και στη Βαβυλωνία το χιούμορ προερχόταν από την ακατάλληλη χρήση του γραπτού ύφους στην προφορική επικοινωνία. Ο Ταχτσής αντέστρεψε αυτή την κωμική εξίσωση για να παραγάγει μια υποθετικά προφορική αφήγηση (δύο μικροαστές γυναίκες λένε τις ιστορίες τους), στην οποία ο λόγος και οι αφηγηματικοί τρόποι των γυναικών είναι γεμάτοι από κλισέ, που έχουν φιλτραριστεί μέσα από την επίσημη γραπτή γλώσσα για να γίνουν ένα αδιάσπαστο κομμάτι της καθημερινής ομιλίας. Το αστείο στην περίπτωση αυτή, όσον αφορά στη γλωσσική πλευρά, είναι ότι τα στοιχεία αυτά του προφορικού λόγου των μυθιστορηματικών γυναικών δε συνιστούν μιαν αταίριαστη κατάχρηση, αλλά αποτελούν ουσιαστικό μέρος τόσο του κόσμου που κατανοούν όσο και της εξαιρετικά ζωντανής προφορικής ανταπόκρισής τους προς αυτόν. Ο Ταχτσής, σύμφωνα με έναν από τους σημαντικότερους πανεπιστημιακούς κριτικούς, «απελευθέρωσε την ελληνική γλώσσα από την τυραννία της δημοτικής». Το μυθιστόρημα αυτό ασφαλώς παρείχε πειστικά τεκμήρια ότι η πραγματική ζωή δεν μπορούσε να δεσμεύεται από τις τεχνητές κατηγορίες της διγλωσσίας, ενώ παρείχε επίσης μια απόδειξη ότι η αφηγηματική πεζογραφία δε χρειάζεται να ανήκει ούτε στη μία ούτε στην άλλη μορφή της γλώσσας.

Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφ. Ευαγγελία Ζουργού-Μαριάννα Σπανάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, 424-425.

Ο Κώστας Ταχτσής, πεζογράφος, ποιητής και μεταφραστής, γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στη Θεσσαλονίκη και απεβίωσε στις 25 Αυγούστου 1988 στην Αθήνα.

Το ποιητικό έργο του κινείται στο πλαίσιο της θεματολογίας της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση, η οποία μεταφέρθηκε και στα πεζά του.

Το έργο που τον καθιέρωσε στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας είναι το μυθιστόρημα «Το τρίτο στεφάνι», μια ευφυής, ρεαλιστική και συχνά λυρική απεικόνιση της ζωής και της κοσμοθεωρίας των ελλήνων μικροαστών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογραφική ικανότητα του Ταχτσή, ιδιαίτερα στους γυναικείους χαρακτήρες του, καθώς και η εξαιρετική φροντίδα της γλωσσικής του έκφρασης.

Γράψτε το σχόλιό σας