Τον Ιούλιο του 1974 οι ελληνικές και ελληνοκυπριακές δυνάμεις στην Κύπρο αριθμούσαν περί τις 11.500 άνδρες (9.500 Ελληνοκύπριοι στελέχωναν τις μονάδες της Εθνικής Φρουράς, 1.000 περίπου Έλληνες ανήκαν στην ΕΛΔΥΚ και οι υπόλοιποι Έλληνες υπηρετούσαν σε μονάδες της Εθνικής Φρουράς).

Δυστυχώς, το πρωί της αποφράδας 20ής Ιουλίου 1974, όταν άρχισαν οι διά θαλάσσης και από αέρος τουρκικές επιθετικές επιχειρήσεις, οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς (ΕΦ) δεν ήταν διατεταγμένες βάσει του επιχειρησιακού σχεδιασμού στην περιοχή Κυρήνειας – Λευκωσίας, καθώς οι περισσότερες εξ αυτών είχαν συμμετάσχει στο προηγηθέν πραξικόπημα κατά του Μακαρίου (15/7/1974) .

Το λεγόμενο σχέδιο Κ, που συνιστούσε το αμυντικό σχέδιο της Κυπριακής Δημοκρατίας σε περίπτωση εχθρικής εισβολής, προέβλεπε την υπεράσπιση των κυπριακών εδαφών από δυνάμεις της Κυπριακής Εθνοφρουράς και τμήματα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων (900 άνδρες της ΕΛΔΥΚ, ένα υποβρύχιο και μία τορπιλάκατο, καθώς και μία μοίρα αεροσκαφών Δ/Β F-84F), τα οποία όμως θα εμπλέκονταν μόνον κατόπιν εντολής του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων (ΑΕΔ).

Η τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο άρχισε στις 5:20 τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974 με ταυτόχρονη ρίψη αλεξιπτωτιστών και απόβαση δυνάμεων ανατολικά της Κυρήνειας.

Παρά το γεγονός ότι οι δυνάμεις της Κυπριακής Εθνοφρουράς θα έπρεπε να αναλάβουν δράση πολύ νωρίτερα από τις 5:20, ήδη από τη στιγμή κατά την οποία η τουρκική νηοπομπή έμπαινε στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης, που εκτελούσε χρέη διοικητή του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), δεν εξέδωσε καμία σχετική διαταγή.

Με σημαντικότατη καθυστέρηση, μόλις στις 8:40 π.μ., διετάχθη η εφαρμογή των σχεδίων, και μάλιστα όχι από τον Γεωργίτση, αλλά από τον υποστράτηγο Χανιώτη, ο οποίος υπηρετούσε ως αρχηγός του Α’ Κλάδου στο ΑΕΔ.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις όσων ενεπλάκησαν στα δραματικά γεγονότα του πρωινού της 20ής Ιουλίου 1974, το ΓΕΕΦ όχι μόνο δε διέταξε πυρ κατά των εισβολέων μέχρι τις 8:40, αλλά αντιθέτως συνιστούσε αυτοσυγκράτηση, βάσει των τηλεφωνικών οδηγιών που έπαιρνε από το ΑΕΔ.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης, εξ όσων απεδείχθησαν εκ των υστέρων, ότι οι διαταγές για προσβολή του εχθρού όχι απλώς δόθηκαν όταν ήταν πια αργά, αλλά και δεν άρχισαν –Κύριος οίδε γιατί– να εφαρμόζονται.

Στις μεμονωμένες περιπτώσεις όπου έλαβε χώρα κάτι τέτοιο, αυτό συνέβη με αποκλειστική πρωτοβουλία κάποιου διοικητή, όπως ο συνταγματάρχης Κομπόκης, ο οποίος διέταξε επιστράτευση ορισμένων κρίσιμων ειδικοτήτων για την επαύξηση της πολεμικής ετοιμότητας των τριών μοιρών Καταδρομών που τελούσαν υπό τις διαταγές του.

Μοιραία, η μοναδική επιτυχημένη στρατιωτική ενέργεια που πραγματοποιήθηκε στο προαναφερθέν κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν η μετακίνηση των τριών μοιρών Καταδρομών προς τα στενά της Αγύρτας, προκειμένου να αποτραπεί η ταχεία διεύρυνση του τουρκικού προγεφυρώματος, αλλά και η συνένωση των τουρκικών αποβατικών στρατευμάτων και των τουρκοκυπριακών δυνάμεων της περιοχής Πενταδακτύλου – Λευκωσίας.

Τη νύχτα πλέον της 20ής προς την 21η Ιουλίου 1974 δόθηκε εντολή για τη διενέργεια αντεπίθεσης από 2 τάγματα (το ένα μηχανοκίνητο) και από δυνάμεις Καταδρομών προς εξάλειψη του δημιουργηθέντος τουρκικού προγεφυρώματος.

Η επιχείρηση αυτή, η μόνη που διετάχθη από το ΓΕΕΦ καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης φάσης της τουρκικής εισβολής («Αττίλας Ι»), δεν επέπρωτο όμως να εκτελεστεί, καθώς τα δύο προαναφερθέντα τάγματα δεν μπόρεσαν να φθάσουν καν στους χώρους εξορμήσεως (διαλύθηκαν κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών τους από τους χώρους συγκεντρώσεως είτε εξαιτίας επιθέσεων της Τουρκικής Αεροπορίας είτε εξαιτίας της ανικανότητας και της έλλειψης μαχητικού πνεύματος των διοικητών τους).

Η άκρως καθυστερημένη αντίδραση της ελληνικής πλευράς, η αδυναμία έκδοσης και εκτέλεσης των αναγκαίων διαταγών, το μοιραίο εκείνο πρωινό της 20ής Ιουλίου οφείλεται, κατά κοινή παραδοχή, στην παντελή ανικανότητα της διοικήσεως του ΓΕΕΦ να ανταποκριθεί στις κρίσιμες περιστάσεις και να εκτελέσει το στρατιωτικό καθήκον της.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε ασφαλώς από τις εντολές του ΑΕΔ για αυτοσυγκράτηση, αλλά σε κάθε περίπτωση η ηγεσία του ΓΕΕΦ ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει το σχέδιο Κ, εφόσον βρισκόταν σε εξέλιξη τουρκική εισβολή.

Ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα που όλα αυτά τα χρόνια προβάλλονται από τη μια ή από την άλλη πλευρά σε σχέση με τα διαδραματισθέντα την 20ή Ιουλίου 1974 στην Κύπρο, υπάρχουν ορισμένα ασφαλή συμπεράσματα που δύναται να εξαγάγει κανείς για το πώς οδηγηθήκαμε σε αυτά τα τραγικά για τον ελληνισμό τετελεσμένα:

Το ΓΕΕΦ δεν ήταν σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικό επιχειρησιακό έλεγχο, να εκδώσει συγκεκριμένες διαταγές και να επιβλέψει την πορεία εκτέλεσής τους.

Επικράτησε πλήρης σύγχυση, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκτέλεση καμίας επιθετικής ή αντεπιθετικής ενέργειας από ελληνικής πλευράς.

Οι δυνάμεις της Κυπριακής Εθνοφρουράς δεν είχαν την ευκαιρία να λάβουν μέρος σε καμία ουσιαστική σύγκρουση με τον εχθρό.

Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου είχε επιφέρει έλλειψη ηθικού και αποδιοργάνωση σε όλα τα διοικητικά κλιμάκια, ανατρέποντας εν τοις πράγμασι τον αμυντικό σχεδιασμό των Ελλαδιτών και των Ελληνοκυπρίων.

Γράψτε το σχόλιό σας