Ο ιδεαλιστής άγγλος ποιητής Ρούπερτ Μπρουκ (Rupert Brooke, 1887-1915), γνωστός κυρίως για τα σονέτα που έγραψε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρξε θαυμαστής της Ελλάδας και ένθερμος φιλέλληνας.

Ο Μπρουκ υπηρέτησε στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό και έλαβε μέρος στην εκστρατεία των Δαρδανελλίων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως μέλος της Εκστρατευτικής Δύναμης Μεσογείου.

Άφησε την τελευταία του πνοή το απόγευμα της 23ης Απριλίου 1915 (εξαιτίας τσιμπήματος που δέχτηκε από μολυσμένο κουνούπι) σε γαλλικό πλωτό νοσοκομείο που είχε αγκυροβολήσει στον όρμο της  Σκύρου Τρίστομο (Τρεις Μπούκες), έχοντας ως τελικό προορισμό τη χερσόνησο της Καλλίπολης, στην Τουρκία.

Δεδομένου ότι η Εκστρατευτική Δύναμη είχε λάβει εντολή να αναχωρήσει αμέσως, ο Μπρουκ θάφτηκε εσπευσμένα, το ίδιο βράδυ, σε έναν ελαιώνα πλησίον των ακτών του προαναφερθέντος όρμου της Σκύρου, σε σημείο που επέλεξε ο στενός του φίλος William Denis Browne (1888-1915), συνθέτης, πιανίστας και μουσικοκριτικός, που έμελλε να χάσει κι αυτός τη ζωή του λίγες ημέρες αργότερα, στην Καλλίπολη.

Προς τιμήν του φιλέλληνα άγγλου ποιητή ανεγέρθηκε μνημείο με ανδριάντα στην πόλη της Σκύρου (πλατεία Μπρουκ).

Στα αποκαλυπτήρια του έργου που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Mιχάλης Tόμπρος, τον Aπρίλιο του 1931, έδωσε το «παρών» ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, Eλευθέριος Bενιζέλος.

Το μνημείο του Μπρουκ είναι επίσης αφιερωμένο στην αθάνατη ποίηση («To Rupert Brooke and immortal poetry»).

Ο Ηλίας Γκρης και η Κερασία Κάραλη έγραψαν, μεταξύ άλλων, για τον Ρούπερτ Μπρουκ:

«Στη Σκύρο […] άφησαν εξ ανάγκης το άψυχο σώμα του ποιητή οι φίλοι-συμπολεμιστές αργά τη νύχτα της 23ης Απριλίου του 1915. Εκεί στον έρημο ελαιώνα με τ’ αγριοκάτσικα να βόσκουν κουδουνίζοντας τα τροκάνια, σε πουρνάρια, θυμάρια, φυλίκια και ευωδιαστούς φακούς, με τις σκόρπιες πέτρες γλυπτά εκτοπλάσματα που ’φτιαξε το χέρι του χρόνου με μια αλλόκοτη υπερκόσμια φαντασία, εκεί θάφτηκε, στα 28 του χρόνια, διότι εκεί το θέλησε να θαφτεί ο Ρούπερτ Μπρουκ, ο ποιητής κι ανθυποπλοίαρχος του Αγγλικού Ναυτικού. Για να ταυτιστεί η μεταθανάτια μοίρα του, περισσότερο κι απ’ την πατρίδα του, με τούτο το ιδιαίτερο νησί του Αιγαίου.

[..] Μια επιτομή βιογραφίας του Ρούπερτ Μπρουκ θα κατέγραφε συνοπτικά ότι γεννήθηκε στις 3 Αυγούστου του 1887 στο Ράγκμπυ της Αγγλίας, σπούδασε στο Κέμπριτζ κλασσικές επιστήμες, όπου και συναναστράφηκε με άλλους φερέλπιδες ποιητές, που δεν είχαν όμως τύχη στη μεγάλη κονίστρα όπου αναμετράται η υστεροφημία των έργων, ερωτεύτηκε σφόδρα στα είκοσί του, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες, καταλήγοντας σ’ εξωτικά νησιά του Ειρηνικού σαν γνήσιος θηρευτής εμπειριών απ’ ανάγκη της ρομαντικής του φύσης, έγραψε μέσα σε δέκα χρόνια ενενήντα τέσσερα όλα κι όλα… ποιήματα, εξέδωσε ενόσω ζούσε μια ποιητική συλλογή, κατετάγη στο Αγγλικό Ναυτικό κι ως ανθυποπλοίαρχο τον βρήκε σχεδόν ανάσκητο ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, για να λάβει μέρος σε ασκήσεις, διομολογήσεις και μια καταστροφική εκστρατεία.

Τότε αρρώστησε, στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, κι ανεβαίνοντας με το πλοίο του προς τα Δαρδανέλλια, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε από ένα τσίμπημα κουνουπιού. Μέσα σε δυο μέρες πέθανε ανοιχτά από τις Τρεις Μπούκες, φυσικό όρμο της Σκύρου, όπου και ετάφη νύχτα σε μια πλαγιά.

Ο Ρούπερτ Μπρουκ ήταν μια ανόθευτη ρομαντική φωνή που την έθελγε ο περιπετειώδης βίος και τα μυστήρια εξωτικών τόπων με θυελλώδεις έρωτες.

Έζησε στο μεταίχμιο δύο αιώνων που σφράγισε η αλλοκοτιά μιας κοινωνίας σε αναβρασμό ξεβράζοντας όνειρα, προσδοκίες κι ελπίδες στην πρώτη μεγάλη από τις μεγαλύτερες αλληλοσφαγές που γνώρισε ο κόσμος – αυτήν του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

[…] Η ποίησή του απλή και απτή, δεν έχει εξάρσεις που εμφανίζει η ποίηση προγόνων του ρομαντικών, όπως λ.χ. του Γουόρτσγουορθ, του Βύρωνα, του Σέλλεϋ, του Κητς και του δικού μας Σολωμού.

Ενώ σε παρασέρνει σ’ ένα μονότονο ταξίδι, αίφνης βρίσκεσαι μπροστά σε ολική μεταστροφή, νιώθοντας τον ανάλαφρο κραδασμό μιας άλλης τονικότητας που συχνά συνοδεύεται από έναν νέο αναβαθμό ποιητικής συγκίνησης.

Κι αυτό εξαιτίας της επιμέρους δραματικότητας της γλώσσας του και λιγότερο εξαιτίας του μύθου που ενυπάρχει στο ποίημα, ως χειροπιαστό στοιχείο, όπως το πλάθει η άλογη σφαίρα της ανθρώπινης φύσης.

[…] Και μόνο τέσσερα ποιήματά του να διαβάσει κανείς –«Στρατιώτης», «Γκράντσεστερ», «Νεκροί», «Βαστίλλη»– βλέπει και νιώθει το σαράκι που ’τρωγε αυτόν τον ντελικάτο εραστή της ζωής και της ποίησης – ο κόσμος της ματαιότητας με τ’ ανεκπλήρωτο άχθος μιας ζωής που άλλα σου υπόσχεται παιδιόθεν και άλλα τελικά σου δίνει.

[…] Ο καμβάς, όπου έστησε τον ποιητικό του κόσμο, είναι ο εμπειρικός κόσμος απ’ την Αγγλία κυρίως, ντυμένος με μιαν απροσμέτρητη τρυφεράδα και ένα σήμα ουμανισμού.

Τον συγκλονίζει το ένα, καίριο φαινόμενο διπλής όψης: αυτό της ζωής κι αυτό του θανάτου. Το παράδοξο και το μαγικό συνυφαίνονται στον άπιαστο κόσμο του φανταστικού, όπως στο ποίημα «Βάλσαμο». Έναν κόσμο εντέλει ζυμωμένο με οδύνη και μεγαλείο, με ζέση αθανασίας και φθορά θανάτου.

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι το σύντομο, σχεδόν αστραπιαίο, πέρασμά του από την Ελλάδα δεν άφησε ασυγκίνητους τους Έλληνες ποιητές, πεζογράφους και κριτικούς. Ιδιαίτερα μετά τις εορτές των αποκαλυπτηρίων του μνημείου στη Σκύρο, στις 5 Απριλίου 1931, όταν η φήμη του άγγιξε όλα τα μήκη και πλάτη του πολιτισμένου κόσμου, μια πλειάδα από λογοτέχνες μας εξέφρασε τη συγκίνησή της γραπτώς και ποικιλοτρόπως.

Γράψτε το σχόλιό σας