To απόγευμα της 9ης Ιουλίου του 1776, χιλιάδες άνδρες του ηπειρωτικού στρατού, που είχαν έρθει από τη Βοστόνη για να υπερασπιστούν τη Νέα Υόρκη από τους Βρετανούς, έφθασαν συντεταγμένα στο Κάτω Μανχάταν.

Ο στρατηγός, διοικητής του αμερικανικού Γενικού Επιτελείου Ηπειρωτικού Στρατού και μετέπειτα ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζορτζ Ουάσιγκτον τούς είχε διατάξει να συγκεντρωθούν εκεί, εν πλήρη τάξη, στις 18:00 για να ακούσουν την εγκεκριμένη από το Ηπειρωτικό Κογκρέσο διακήρυξη της αμερικανικής ανεξαρτησίας από τη Μεγάλη Βρετανία.

Το Ηπειρωτικό Κογκρέσο είχε ψηφίσει υπέρ της ανεξαρτησίας στις 2 Ιουλίου. Δύο ημέρες αργότερα, την 4η Ιουλίου, το Κογκρέσο υιοθέτησε επίσης μια διακήρυξη, γραμμένη κατά κύριο λόγο από τον Τόμας Τζέφερσον, που εξηγούσε τους λόγους, για τους οποίους ήταν αναγκαία η ανεξαρτησία. Ο Ουάσιγκτον έλαβε επίσημη ειδοποίηση καθώς και αντίγραφο της διακήρυξης αυτής στις 6 Ιουλίου.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ

Το απόγευμα της 9ης Ιουλίου, η διακήρυξη θα διαβαζόταν στους στρατιώτες ανά σύνταγμα, από τους ταξίαρχους και τους συνταγματάρχες τους. Πριν από τη διακήρυξη διαβάστηκε το μήνυμα του στρατηγού τους: Το Κογκρέσο «διέλυσε τον δεσμό» μεταξύ «αυτής της χώρας» και της Μεγάλης Βρετανίας και διακήρυξε πως «οι Ηνωμένες Αποικίες της Βόρειας Αμερικής» είναι «ελεύθερες και ανεξάρτητες πολιτείες».

Ακολούθησαν τα λόγια του Τζέφερσον που εξηγούσαν ότι όλοι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν ίσοι και προικίστηκαν από τον Δημιουργό τους με τα αναφαίρετα δικαιώματα της ζωής, της ελευθερίας και της επιδίωξης της ευτυχίας. Ο Τζέφερσον συνέχιζε με μία μακρά λίστα περιπτώσεων παραβίασης των δικαιωμάτων τους αυτών από τον Βασιλιά της Βρετανίας Γεώργιο Γ’.

Από τη στιγμή που ο βασιλιάς δεν σεβόταν τα δικαιώματά τους, ο λαός των ΗΠΑ είχε το δικαίωμα να σπάσει τους πολιτικούς δεσμούς του με τη Μεγάλη Βρετανία και να δημιουργήσει μια νέα κυβέρνηση, υπό την οποία θα ήταν κύριος του εαυτού του.

Τα λόγια ήταν τόσο συγκινητικά, που πολίτες που βρίσκονταν εκεί και άκουσαν την διακήρυξη έτρεξαν στη συνοικία του Mπρόντγουεϋ, μπροστά στο μεγάλο άγαλμα του Βασιλιά Γεωργίου Γ’. Το αποκαθήλωσαν, το αποκεφάλισαν και το έλιωσαν για να φτιάξουν σφαίρες. Πλέον, θα πολεμούσαν τον στρατό της βρετανίδας μητέρας πατρίδας όχι για τη διατήρηση των αποικιών τους, αλλά για τη γέννηση της νέας τους πατρίδας.

Η 4η Ιουλίου του Αμερικανικού Εμφυλίου

Τον Μάρτιο του 1861, μία από τις εμβληματικότερες πολιτικές προσωπικότητες στην παγκόσμια Ιστορία, ο Αβραάμ Λίνκολν εκλέγεται ως ο 16ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, έχοντας ήδη κάνει φανερή τη βούλησή του να τερματίσει τη δουλεία. Τον Απρίλιο ξεσπά ο Εμφύλιος Πόλεμος ανάμεσα στις βόρειες πολιτείες, που είχαν παραμείνει πιστές στην κυβέρνηση και την Ένωση των Πολιτειών, και στις νότιες που είχαν αποχωρήσει και που μεταξύ άλλων υποστήριζαν την διατήρηση και εξάπλωση του θεσμού της δουλείας.

Την 4η Ιουλίου εκείνου του έτους, ο Αβραάμ Λίνκολν κατά την ομιλία του για την Ημέρα της Ανεξαρτησίας δηλώνει: «Τώρα πρέπει ο λαός να δείξει στον κόσμο ότι αυτοί που μπορούν να διεξάγουν δίκαια μια εκλογική διαδικασία, μπορούν επίσης να καταστείλουν μια εξέγερση: ότι οι κάλπες (ballots) είναι ο νόμιμος και ειρηνικός διάδοχος των σφαιρών (bullets) και ότι όταν οι κάλπες έχουν δίκαια και σύμφωνα με το Σύνταγμα αποφασίσει, δεν μπορεί να υπάρξει αίτημα για επιστροφή στις σφαίρες, ότι δεν μπορούν να υπάρξουν αιτήματα παρά μόνο για κάλπες σε επόμενες εκλογές. Αυτό θα είναι ένα μεγάλο μάθημα ειρήνης, που θα διδάξει τους ανθρώπους ότι αυτό που δεν μπορούν να το κερδίσουν μέσω εκλογών, ούτε μέσω του πολέμου μπορούν να το πάρουν. Θα διδάξει όλη την τρέλα του τι σημαίνει να είσαι αυτός που ξεκινά έναν πόλεμo»

Η διακήρυξη του Τραμπ

159 χρόνια αργότερα, ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τζον Τραμπ στη δική του ομιλία για τους εορτασμούς της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, της ημέρας που οι Αμερικανοί γιορτάζουν την ελευθερία και την ενότητά τους, δήλωσε πως υπάρχει ένας «νέος ακροαριστερός φασισμός»  και πως «η αριστερή πολιτιστική επανάσταση έχει σχεδιαστεί για να ανατρέψει την αμερικανική επανάσταση».

Όλα αυτά τα ειπε  στο μνημείο του όρους Ράσμορ, υπό το βλέμμα των Τζορτζ Ουάσινγκτον, Τόμας Τζέφερσον, Θίοντορ Ρούζβελτ και Αβραάμ Λίνκολν, σε μία τελετή που πολλοί σχολίασαν ως προκλητική.

Είναι γεγονός πως η κληρονομιά του Τζόρτζ Ουάσιγκτον και του Τόμας Τζέφερσον, έχει τεθεί σε μεγάλη αμφισβήτηση. Οι δύο αμερικανοί ηγέτες είχαν στην ιδιοκτησία τους σκλάβους και αυτό μετά τη δολοφονία του αφροαμερικανού Τζόρτζ Φλόιντ αποτέλεσε αφορμή για να βανδαλιστούν αγάλματά τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες του σήμερα, του Ντόναλντ Τραμπ, των Δημοκρατικών και του Τζορτζ Φλόιντ οδεύουν προς εκλογές και τα λόγια του Λίνκολν, της 4ης Ιουλίου 1861,  πρέπει να ακουστούν περισσότερο δυνατότερα από ποτέ.

Γράψτε το σχόλιό σας