Η Τζιν Κένεντι Σμιθ, πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ιρλανδία και η τελευταία της γενιάς των αδελφών Κένεντι με τα σπουδαία κατορθώματα και τις ζωές που σημαδεύτηκαν από την τραγωδία και οι οποίοι χαράχτηκαν στην αμερικανική πολιτική ζωή και κουλτούρα περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη οικογένεια, πέθανε στις 17 Ιουνίου στο σπίτι της στο Μανχάταν. Ήταν 92 ετών.

Η κόρη της, Αμάντα Χουντ, επιβεβαίωσε το θάνατό της, όμως δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τα αίτια.

Η Σμιθ είχε περιγραφεί πολλές φορές ως «η ήσυχη Κένεντι». Κρατούσε χαμηλό προφίλ σε σχέση με την υπόλοιπη οικογένειά της, πράγμα όχι και τόσο δύσκολο από τη στιγμή που τα αδέρφια της περιλάμβαναν τον Πρόεδρο Τζον Φ. Κένετι, τους γερουσιαστές Έντουαρντ και Ρόμπερτ Κένεντι, και οι δύο εκ των οποίων είχαν θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία των ΗΠΑ, μια αδερφή, την Πατρίσια, που παντρεύτηκε και έπειτα χώρισε τον ηθοποιό του κινηματογράφου Πίτερ Λόφορντ, τον Τζόσεφ, έναν πιλότο της ναυτικής αεροπορίας που σκοτώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και τον Γιούνις, τον ιδρυτή των Παραολυμπιακών Αγώνων.

Η Τζιν Κένεντι Σμιθ απέκτησε δικαιωματικά τη δική της πολιτική υστεροφημία, ως μία εκ των αρχιτεκτόνων της ειρήνης στη Βόρεια Ιρλανδία και ως παραλήπτρια του Προεδρικού Μεταλλίου της Ελευθερίας για τη δουλειά της με παιδιά με πνευματικές και σωματικές αναπηρίες. Ο ιστορικός Άρθουρ Σλέσιγνκερ ο νεότερος είχε δηλώσει κάποτε για τη δουλειά της ως πρέσβειρα μεταξύ του 1993 και του 1998: «Η Τζιν ίσως είναι η καλύτερη πολιτικός ανάμεσα σε όλους τους Κένεντι, όμως είχε ανάγκη από αυτή τη θέση για να το αποδείξει πραγματικά».

Όμως η συμβολή της στη γενικότερη κληρονομιά και το θρύλο των Κένεντι, οι οποίοι συχνά περιγράφονται ως η απάντηση των ΗΠΑ στην βασιλική οικογένεια, είναι εκείνη που της προσφέρει τη δική της θέση στην ιστορία.

«Ήμουν μέρος του κύματος», είχε δηλώσει κάποτε. «Δεν το σκεφτόμουν ως χαρακτηριστικό των Κένεντι. Το σκεφτόμουν ως στιγμή. Μια στιγμή στην ιστορία».

Τα λαμπερά αδέρφια της Σμιθ έμοιαζαν να φέρουν μια κατάρα. Δύο εξ αυτών δολοφονήθηκαν, δύο σκοτώθηκαν σε τραγικά αεροπορικά δυστυχήματα, ένας ντρόπιασε για πάντα την οικογένεια αφήνοντας μια γυναίκα να πεθάνει στα νερά του Τσαπακουίντικ και άλλος ένας έμεινε «φυτό», αφού ο πατέρας του παρήγγειλε για εκείνον την αμφιλεγόμενη ιατρική διαδικασία της λοβοτομής.

Σύζυγοι και παιδιά υπέφεραν επίσης περισσότερα σκάνδαλα και τραγωδίες από ό,τι τους αναλογούσαν, και η Σμιθ δεν έμεινε αλώβητη. Ο γιος της, Γουίλιαμ Κένεντι Σμιθ, έφερε την οικογένεια στο επίκεντρο του κίτρινου Τύπου το 1991, όταν κατηγορήθηκε ότι βίασε μια γυναίκα σε έπαυλη των Κένεντι στο Παλμ Μπιτς. Αργότερα αθωώθηκε, και το 2014 εκλέχθηκε για πρώτη φορά σε πολιτικό ρόλο στην Ουάσινγκτον.

Η Ρόουζ Κένεντι, αρχηγός της οικογένειας, έλεγε για τη νεότερη κόρη της τη διάσημη φράση: «Γεννήθηκε τόσο αργά που μπόρεσε να απολαύσει μόνο τις τραγωδίες και όχι τους θριάμβους». Όμως η Σμιθ ποτέ δεν είδε έτσι την κατάσταση. έζησε περισσότερα από 90 χρόνια πιστή στους στόχους της οικογένειας, ενσαρκώνοντας την αρχή που πίστευε ότι η οικογένειά της εκπροσωπούσε: «να πιστεύεις σε κάτι πάνω από τον εαυτό σου».

Ακόμη και κατά τη διάρκεια των τραγωδιών τους, η Σμιθ και τα αδέρφια της άφηναν ανεξίτηλη πολιτική σφραγίδα. Οι πνευματικές αναπηρίες της αδερφής τους Ρόζμαρι, οδήγησαν ευθέως στην ίδρυση των Πολύ Ξεχωριστών Τεχνών από την Σμιθ και στη δημιουργία των Παραολυμπιακών Αγώνων από την Γιούνις. Και οι δύο οργανισμοί επέκτειναν σημαντικά τις ευκαιρίες των ατόμων με αναπηρία.

Η ίδια κάποτε περιέγραψε τον εαυτό της ως φιλότεχνο: «Λένε ότι κάνω φιλανθρωπική δουλειά, όμως αν ήμουν άντρας θα έλεγαν ότι ελέγχω έναν διεθνή οργανισμό».

Αδελφικοί δεσμοί

Η Τζιν Αν Κένεντι γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 20 Φεβρουαρίου 1928 και ήταν το όγδοο παιδί του Τζόζεφ Κένεντι του Πρεσβύτερου και της Ρόουζ Φίτζεραλντ.

Δεκαεπτά χρόνια χώριζαν τη μικρότερη από τον μεγαλύτερο αδερφό. Οι τρεις μικρότεροι, οι Τζιν, ο Έντουαρντ και ο Ρόμπερτ, έτρωγαν σε ξεχωριστό παιδικό τραπέζι και πάντα ζούσαν στη σκιά της «χρυσής τριάδας» των μεγαλύτερων, Τζο του Νεότερου, Τζον και Κάθλιν.

Το γεγονός ότι βρίσκονταν στα παρασκήνια δεν προκαλούσε μόνο ενόχληση στα μικρά αδέρφια. Η επιθυμία του Τζο του Πρεσβύτερου τα παιδιά του να κατακτήσουν τεράστια επιτεύγματα, εκφραζόταν κυρίως μέσα από τα μεγαλύτερα. Έτσι, οι μικρότεροι – ανάμεσά τους και η Τζιν – ήταν σε θέση να χαράξουν απαρατήρητοι τη δική τους πορεία.

Ο Έντουαρντ ήταν κατά πάσα πιθανότητα εκείνος με τον οποίο είχε τη στενότερη σχέση. «Ήταν πάντα μαζί», έγραφε η Ρόουζ Κένεντι στην αυτοβιογραφία της. Αργότερα, ήταν ο Έντουαρντ που εξασφάλισε στην Τζν τη θέση της πρέσβειρας στη διάρκεια της κυβέρνησης Κλίντον.

Η Τζιν ήταν μόλις 13 ετών όταν η αδερφή της, η Ρόζμαρι, κλείστηκε σε ίδρυμα, 16 όταν ο αδερφός της Τζο σκοτώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και 20 όταν η αδερφή της Κάθλιν σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα.

Από νωρίς, η Τζιν είχε κεντρικό ρόλο στην οικογένεια, ως η… προξενήτρα τριών από τα αδέρφια της. σύστησε τον Ρόμπερτ και τον Έντουαρντ στις συζύγους τους, αλλά ήταν και εκείνη που έφερε σε επαφή την Τζάκι Μπουβιέ με τον Τζον Κένεντι.

Η Τζιν αποφοίτησε από το Manhattanville το 1949 και έξι χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον αγαπημένο της Στίβεν Σμιθ, ο οποίος έβαλε στην άκρη τις δικές του πολιτικές φιλοδοξίες για χάρη της οικογένειας Κένεντι.

Ο Στίβεν Σμιθ πέθανε το 1990. Εκτός από την κόρη της Αμάντα, η Τζιν απέκτησε ακόμη τρία παιδιά και επτά εγγόνια.

Οι αδερφές Κένεντι έπαιξαν τεράστιο ρόλο στις νίκες των αδερφών τους. Η Τζιν, η Γιούνις και η Πατρίσια οργάνωναν τους εθελοντές που διοργάνωναν σπιτικά πάρτι στις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις, φέρνοντας την προεκλογική εκστρατεία μέσα στις γειτονιές των ψηφοφόρων.

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζον, η Τζιν και η Γιούνις ταξίδεψαν μαζί του στην Ιρλανδία το 1963 για να επιστρέψουν θριαμβευτικά στη γενέτειρα της οικογένειας, η οποία πλέον περιλάμβανε τον πιο ισχυρό άντρα στον πλανήτη. Ήταν μια βαθύτατα συγκινητική στιγμή για τους Ιρλανδούς, πολλοί εκ των οποίων είχαν στους τοίχους τους δύο φωτογραφίες: Τον πάπα και τον Κένεντι. Όμως ήταν σημαντική στιγμή και τα αδέρφια.

Ο Κένεντι υποσχέθηκε να επιστρέψει, όμως λίγο καιρό αργότερα δολοφονήθηκε.

Το 1993, ο Κλίντον όρισε την Σμιθ πρέσβειρα της Ιρλανδίας, ελπίζοντας ότι θα εκμεταλλευτεί την αύρα της οικογένειας Κένεντι για να σπάσει τον κύκλο της βίας μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών στη Βόρεια Ιρλανδία. Ήταν η πρώτη κόρη πρέσβη που έγινε πρέσβειρα.

Ακριβώς 30 χρόνια μετά την επίσκεψη του Τζον, η Τζιν επέστρεψε στην Ιρλανδία.

Μια υπόσχεση στην Ιρλανδία

Η Σμιθ διαπίστωσε σύντομα ότι ήταν καθολικά αποδεκτή ως πρέσβειρα, τόσο από τους Ιρλανδούς, ως αδερφή του πρώτου Ιρλανδού προέδρου των ΗΠΑ, όσο και από τους Βρετανούς, οι οποίοι λάτρευαν τα παιδιά της οικογένειας Κένεντι από την εποχή που ο πατέρας τους ήταν ακόμη πρέσβης, στα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Ο Ιρλανδικός Ρεπουμπλικανικός Στρατός, ο οποίος δεν εμπιστευόταν την βρετανική κυβέρνηση, στράφηκε στις ΗΠΑ για τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις Βορείου Ιρλανδίας – Βρετανίας. Η Σμιθ βοήθησε στο να συναντηθούν στη Νέα Υόρκη και να συζητήσουν σε ουδέτερο έδαφος, με τη σφραγίδα των ΗΠΑ, ηγέτες όπως ο Τζέρι Άνταμς, πρόεδρος της πολιτικής πτέρυγας του IRA και ο σκληροτράχηλος ακτιβιστής του IRA Τζο Κάχιλ.

«Πιστεύει στον διάλογο, στη δημιουργία των συνθηκών που επιτρέπουν τον διάλογο», είχε δηλώσει ο Άνταμς στην Boston Globe.

Η υποστήριξη της Σμιθ για τον Άνταμς και η προθυμία της να έρθει σε κόντρα με τη Βρετανία στην προσπάθειά της για σύναψη ειρήνης, δεν άρεσε σε όλους.

Σε συνέντευξη του 1998 για ένα πρόγραμμα προφορικής ιστορίας, ο Γουίλιαμ Κρόου, ο οποίος ήταν πρέσβης των ΗΠΑ στη Βρετανία την ίδια περίοδο, δήλωσε: «Νόμιζε ότι οι Βρετανοί πρέπει να βγουν από τη μέση και να πάψουν να φέρνουν εμπόδια. Δεν την ένοιαζε καθόλου αν θα προσβάλει τους Βρετανούς».

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάποτε την είχε επιπλήξει για την απόλυση υπαλλήλων της πρεσβείας που διαφωνούσαν με τις απόψεις της για τη Βόρεια Ιρλανδία. «Δεν ήταν ευγενική με τους ανθρώπους που δούλευαν για εκείνη», τόνισε ο Κρόου. «Ήταν δύσκολο να τη διαχειριστείς και νόμιζε ότι η Βόρεια Ιρλανδία είναι δικό της έδαφος».

Όμως όταν κέρδισε την εμπιστοσύνη του Άνταμς, κατάφερε να αλλάξει το πολιτικό κλίμα, ανοίγοντας το δρόμο για μια εκεχειρία που λείανε το έδαφος για τη συμφωνία ειρήνης της Μεγάλης Παρασκευής το 1998, η οποία έδωσε τέλος στον μακρύ σεχταριστικό πόλεμο.

Ως αποτέλεσμα, ο Κρόου κατέληξε: «Είναι η καλύτερη πρέσβειρα που είχαν ποτέ οι Ιρλανδοί από τις ΗΠΑ. Ευτυχώς, δεν ήταν αυτή η δουλειά της, όμως δεν το κατάλαβε ποτέ».

Μεγάλο μέρος της ζωής της Σμιθ από εκεί και έπειτα ήταν αφιερωμένη στο να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε ο αδερφός της πριν δολοφονηθεί, να φροντίζει τους ανθρώπους χωρίς δικαιώματα και χωρίς προνόμια.

Η δουλειά της για τα άτομα με αναπηρίες βραβεύτηκε αμέτρητες φορές. Το 2011, ο Μπαράκ Ομπάμα της απένειμε το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας, τον υψηλότερο τίτλο τιμής για τους πολίτες της χώρας.

Σε βίντεο που έφτιαξε για τον Λευκό Οίκο προς τιμήν του γεγονότος, συνόψισε το ήθος που την ένωνε με τους αδερφούς και τις αδερφές της.

«Οι γονείς μου πίστευαν πολύ, ιδιαιτέρως η μητέρα μου, ότι αν μεγαλώνεις σε ένα ευτυχισμένο σπίτι, πολλά σου έχουν ήδη χαριστεί και υπάρχουν πολλές προσδοκίες από εσένα», είπε, συμπληρώνοντας ότι για εκείνη, όλη η ενήλικη ζωή της ήταν ένας τρόπος να αναπληρώσει την παιδική της ηλικία.

Πηγή: www.washingtonpost.com

Γράψτε το σχόλιο σας