Την Τρίτη 25 Φεβρουαρίου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών στις 16:00 θα τελεστεί η εξόδιος ακολουθία της Κικής Δημουλά.

Παράκληση της οικογένειας της σπουδαίας ποιήτριας είναι αντί στεφάνων, όσοι το επιθυμούν να ενισχύσουν:

Στέγη Γερόντων, Άγιος Νεκτάριος, Αγία Παρασκευή

Εθνική Τράπεζα: GR 6801 10 18 000000 180 5580 2856

ΕΛΠΙΔΑ Σύλλογος φίλων παιδιών με καρκίνο

Υπενθυμίζεται πως χθες η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη, σε συνεργασία με τον υπουργό Εσωτερικών Τάκη Θεοδωρικάκο και τον υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα, ανακοίνωσαν ότι η κηδεία της μεγάλης ποιήτριας θα γίνει δημοσία δαπάνη ως ελάχιστος φόρος τιμής, αναφέρει σχετική ανακοίνωση του ΥΠΠΟΑ.

Η κορυφαία Ελληνίδα ποιήτρια, Κική Δημουλά, «έφυγε» το απόγευμα του Σαββάτου από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, ύστερα από σύντομη νοσηλεία, κατά την οποία είχε υποστεί ανακοπή καρδιάς.

Ποια ήταν η Κική Δημουλά

Η Κική Δημουλά γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα. Εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος επί είκοσι πέντε χρόνια, το διάστημα 1949-1974.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1952 με την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» που μετά από λίγο απέσυρε η ίδια από την κυκλοφορία. Παντρεύτηκε τον ποιητή Άθω Δημουλά, το 1954, και απέκτησε μαζί του δύο παιδιά. Έχει εκδώσει δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές («Έρεβος», 1956, «Ερήμην», 1958, «Επί τα ίχνη», 1963, «Το λίγο του κόσμου», 1971, «Το τελευταίο σώμα μου», 1981, «Χαίρε ποτέ», 1988, «Η εφηβεία της λήθης», 1994, «Ενός λεπτού μαζί», 1998, «Ήχος απομακρύνσεων», 2001, «Χλόη θερμοκηπίου», 2005, «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως», 2007, «Συνάντηση», 2007, «Πέρασα», 2010, «Τα εύρετρα», 2010).

Οι επτά πρώτες συλλογές συγκεντρώνονται στην έκδοση «Ποιήματα» (1998, 6η έκδοση 2005). Μέρος του έργου της έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και σουηδικά.

Η αυτοβιογραφία της

Το 2010, με την ευκαιρία της βράβευσης της με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του ποιητικού και του πεζού έργου της η Κική Δημουλά έγραψε αυτοβιογραφούμενη:

«Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει, αφού γραφτεί, να μείνει επ’ αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης.

Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.

Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ’ έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα.

Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις, γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το «παιδί θαύμα».

Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο «πρέπει να εργαστείς», και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια.

Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή ‘Αθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω.

Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης.

Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι «γιαγιά».

Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου.

Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα. Δεν νιώθω δημιουργός.

Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής.

Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ’ ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής. Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία.

Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου».

 

Γράψτε το σχόλιο σας