«Το ηρεμιστικό» του Σάμιουελ Μπέκετ παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος από την Άσπα Τομπούλη σε μετάφραση Εριφύλης Μαρωνίτη.

Το έργο, μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Μπέκετ βασίζεται στην επιμονή του ανθρώπου να υπάρξει και να ζήσει παρά τις αποτυχίες, τις ματαιώσεις και την φθορά, είναι, συγχρόνως και μία σπουδή πάνω στην τέχνη της αφήγησης. Οι ηθοποιοί Δέσποινα Σαραφείδου (Βραβείο Ερμηνείας Κάρολος Κουν 2018) και Σπύρος Βάρελης μας μεταφέρουν στο κόσμο που πλάθει ο αφηγητής του Ηρεμιστικού.

Η Άσπα Τομπούλη, υπεύθυνη για τη σκηνοθεσία της παράστασης, μιλάει στο in.gr για τον Μπέκετ και τα δύο πρόσωπα που επέλεξε να δώσει στον αφηγητή.

 

Κυρία Τομπούλη, τι σας ώθησε να καταπιαστείτε με τον Μπέκετ και ένα διήγημά του;

Υποθέτω ότι είμαι και εγώ, μία από τους δεκάδες καλλιτέχνες που ασχολούνται και ανεβάζουν τα έργα ή κάποια από τα πεζά του Μπέκετ, συνεχώς, αδιαλείπτως και ανά τον κόσμο. Και μόνο το πόσες παραστάσεις έργων του Μπέκετ έγιναν στην Αθήνα την περυσινή σαιζόν και άλλες που ετοιμάζονται για φέτος, λέει πολλά για το ενδιαφέρον, την έλξη που ασκεί ο συγγραφέας αυτός στους ανθρώπους του θεάτρου αλλά και στο κοινό. Τα κείμενα των πραγματικά μεγάλων συγγραφέων, όπως του Μπέκετ, είναι πάντα επίκαιρα και καίρια ως προς τους τρόπους που προσεγγίζουν τις ανθρώπινες ζωές, γεννούν ερωτηματικά και σκέψεις, ένα πλούτο συναισθημάτων και ιδεών. Δεν είναι κείμενα που αναλώνονται επί σκηνής κατά την διάρκεια του δίωρου της παράστασης και μετά ξεχνιούνται. Όχι, ότι έχω τίποτα με κείμενα αυτού του είδους. Αλλά τα μεγάλα κείμενα, όπως του Μπέκετ, τα παίρνει ο θεατής μαζί του και μετά το τέλος της παράστασης, για να του κάνουν συντροφιά. Πιο ειδικά για Το Ηρεμιστικό: Αγαπώ την αφήγηση και έχω ασχοληθεί με λογοτεχνικά κείμενα. «Το Ηρεμιστικό» είναι ένα ταξίδι περιπλάνησης σε μία ανώνυμη πόλη την νύχτα και συγχρόνως ένα ταξίδι αφύπνισης του αφηγητή. Στον συμπαγή και πυκνό λόγο του Μπέκετ καταγράφονται οι ροές της σκέψης και της μνήμης, αποσπασματικές και ασυνεχείς όπως περνούν από το μυαλό του αφηγητή την στιγμή που περνούν – έρχονται και χάνονται. Το πως θα “μιληθεί” και θα περάσει στον θεατή αυτός ο λόγος, είναι τα σημεία που με ενδιαφέρουν σε μία αφήγηση και ήταν μέρος της δουλειάς που έγινε με τους δύο ηθοποιούς (Δέσποινα Σαραφείδου, Σπύρος Βάρελης).

Γιατί επιλέξατε να «χωρίσετε» τον αφηγητή του Ηρεμιστικού σε δύο πρόσωπα;

Δεν υπάρχουν “πρόσωπα” εδώ με την έννοια του θεατρικού χαρακτήρα. Η παράσταση έχει δύο αφηγητές επί σκηνής που αφηγούνται την ιστορία που πλάθει ο αφηγητής-συγγραφέας του διηγήματος. Είναι ένα το πρόσωπο που αφηγείται και αυτό σημαίνεται με πολλαπλούς τρόπους στην παράσταση. Ήθελα δύο άφυλα πλάσματα επί σκηνής που να “μιλούν” την σκέψη και την μνήμη, να μπαίνει ο ένας μέσα στην αφήγηση του άλλου ή να ακολουθεί ο ένας τον άλλον, όχι χάριν εναλλαγής και ποικιλίας, φυσικά, αλλά διότι αυτό προκύπτει από τα πετάγματα και τις “παρεκτροπές” (το λέει και ο αφηγητής) της σκέψης και του μυαλού τους. Το πώς τα σώματα χωρίζονται και ξαναέρχονται μαζί, μέσα στον χώρο, είναι επίσης αναπόσπαστο στοιχείο της σκηνοθεσίας- από πολύ νωρίς με απασχόλησε τι είδους κίνηση θα υπήρχε στην αφήγηση του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο, δεν είναι εύκολο άλλωστε, η παράσταση είναι για τους θεατές.

Το έργο μας επαναφέρει συνεχώς στο θέμα της μνήμης. Πόσο καθοριστική είναι για τον αφηγητή;

Είναι καθοριστική με την έννοια ότι ο μοναχικός και αποκομμένος από την ζωή αφηγητής, δεν θυμάται. Η απουσία μνήμης, τον προτρέπει να θυμηθεί. Εξ ου και τα θραύσματα μνήμης, οι σκόρπιες εικόνες από την παιδική του ηλικία, οι αναπάντεχες συναντήσεις την νύχτα που πυροδοτούν ανάγκες ανθρώπινης/σωματικής επαφής, αποσπασματικές μνήμες έρωτα ή σκέψεις. Για πολλά από όσα θυμάται ο αφηγητής δηλώνει ότι δεν είναι σίγουρος αν τα θυμάται σωστά. Και εδώ ο Μπέκετ ξεδιπλώνει την ατελείωτη γκάμα του χιούμορ και της ειρωνείας του.  Η προσπάθεια του αφηγητή να θυμηθεί, είναι η επιβεβαίωση ότι είναι ένα ον υπαρκτό, ότι “είμαι του κόσμου τούτου”, όπως μας λέει.

Επιλέξατε να ανεβάσετε ένα διήγημα του Μπέκετ στη θεατρική σκηνή. Πώς αυτό το διήγημα «συνομιλεί» με το σήμερα;

«Το Ηρεμιστικό» είναι η προσπάθεια του αφηγητή να επινοήσει μία ιστορία “για να ηρεμήσω”, όπως μας λέει. Και αυτό γιατί αισθάνεται ότι πλησιάζει το τέλος του. Επινοώντας την ιστορία, προσπαθεί να κρατήσει μακριά του τον θάνατο. Εξηγεί επίσης ότι “θα πω την ιστορία μου σε χρόνο παρελθόντα, σαν να ήταν μύθος ή ένα παλιό παραμύθι”. Η ανάγκη να υπερβαίνει κανείς την πραγματικότητα με τη δύναμη της φαντασίας του, πλάθοντας μύθους και παραμύθια -συχνά αρνητικούς, ανεδαφικούς ή και καταστροφικούς- αντιστοιχεί σε κάτι πολύ σημερινό. Αλλά ο Μπέκετ δεν κάνει ηθικοπλαστικό θέατρο. Κρατάει ισχυρά το νήμα της ιστορίας μέσα από μία πολυεπίπεδη και συναρπαστική αφήγηση, όπου νοήματα, στοχασμοί και εικόνες συνθέτουν ένα ψηφιδωτό μεγάλης συνοχής και αποτελεσματικότητας.

Πώς επικοινωνεί με το κοινό η παράστασή σας, δεδομένης της κάποιας δυσκολίας του κειμένου; Πού αποδίδετε τη μεγάλη ανταπόκριση του κοινού;

Μπορώ να σας πω μόνον, ότι το κοινό στέκεται στον στοχαστικό, ειρωνικό και βαθιά ανθρώπινο λόγο του Μπέκετ, όπως διατυπώνεται στην συγκεκριμένη ιστορία. Καταλαβαίνω ότι συγκινείται.

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας