Τα λέγαμε τότε που διακινείτο η υποτιθέμενη υποψηφιότητα του Αλέξη Τσίπρα για το Νομπέλ Ειρήνης. Οτι τα Νομπέλ δεν είναι Οσκαρ και οι υποψηφιότητες βγαίνουν στη δημοσιότητα μετά τη συμπλήρωση 50 ετών. Φέτος λοιπόν μαθαίνουμε για τα παρασκήνια του Νομπέλ Λογοτεχνίας του 1969 και τα ονόματα των υπόλοιπων υποψηφίων. Ονόματα μυθικά και δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν οι υποψήφιοι του 2019 – που θα δημοσιοποιηθούν έπειτα από 50 χρόνια – θα μπορούν να συγκριθούν μαζί τους. Δεν είναι θέμα χρόνου, είναι θέμα εποχής.

Στον Μπέκετ τώρα. Και ευκαιρία να μιλήσουμε για τη γυναίκα που τον συνδέει με την Ελλάδα. Τη Χριστίνα Τσίγκου. Μια, παραγνωρισμένη από τη δημοσιότητα, σπουδαία ηθοποιός και διανοούμενη, ένα «ξωτικό» της σκηνής, όπως την έλεγαν όσοι είχαν την ευκαιρία να τη δουν να παίζει. «…Μια αιθέρια καλλιτεχνικά ύπαρξη που οι επιλογές της όμως ήταν συμπαγείς σαν γρανίτης», όπως γράφει ο Θανάσης Νιάρχος στο μοναδικό βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει για εκείνη και το οποίο περιλαμβάνει την αλληλογραφία της με τη Νίκη Καραγάτση και τον Παντελή Βούλγαρη (εκδόσεις Μετρονόμος).

 

Η Τσίγκου – που πέθανε λησμονημένη από όλους το 1973 στις Σπέτσες σε ηλικία μόλις 53 ετών – είχε ως έδρα της το Παρίσι, εκεί όπου ίδρυσε και διηύθυνε το θέατρο Γκαϊτέ Μονπαρνάς. Συνεργάτρια και προσωπική φίλη του Μπέκετ (ήταν μία από αυτούς με τους οποίους μοιράστηκε το χρηματικό έπαθλο του Νομπέλ ο «μεγάλος Ιρλανδός» της σύγχρονης λογοτεχνίας), έπαιξε τον μοναδικό γυναικείο ρόλο στο πρώτο ανέβασμα του «Τέλους του παιχνιδιού». Και τον «σύστησε» στο ελληνικό κοινό όταν το 1966 ανέβασε στο θέατρο Βεργή τις «Ευτυχισμένες μέρες» (και ξανά το 1972 στο Αθηνά). Το 1967 ανέβασε στο ΚΘΒΕ το «Τέλος του παιχνιδιού» σε μετάφραση του Κωστή Σκαλιώρα και σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη. Τότε είχε έρθει ο Μπέκετ στην Ελλάδα για να παρακολουθήσει τις πρόβες. Περιέργως όμως αυτή η επίσκεψη δεν έχει καταγραφεί όπως θα άξιζε.

Γράψτε το σχόλιο σας