Πριν από είκοσι χρόνια, στην καρδιά της σημιτικής οκταετίας, όταν μπορούσαμε να δανειστούμε από την τράπεζα για να παίξουμε στο καζίνο ή στο χρηματιστήριο – που, όπως αποδείχτηκε, ήταν σχεδόν το ίδιο – ανέλαβα το άχαρο καθήκον να εξηγήσω σ’ έναν λονδρέζο φίλο μου, τον Τζορτζ, τι εστί σκυλάδικο. «Φαντάσου, Τζορτζ», του είπα, «ένα νυχτερινό κέντρο όπου σερβίρονται ποτά-μπόμπες». – «Ε, καλά», αντέτεινε ο Τζορτζ, «και στο Λονδίνο, ιδίως στο Σόχο, υπάρχουν φθηνά μαγαζιά που σερβίρουν νοθευμένα ποτά». – «Ναι, αλλά φαντάσου επίσης ότι, στο ίδιο κέντρο, οι τραγουδιστές δεν τραγουδούν καν· είτε το γυρνάνε στην πρόζα είτε στο πλέιμπακ». – «Ούτε αυτό είναι πρωτότυπο», επέμεινε ο Τζορτζ· «και στο Λονδίνο υπάρχουν φθηνά μαγαζιά με άθλιους τραγουδιστές». – «Τι θα είχες να μου πεις, όμως, εάν σου έλεγα ότι αυτό το μαγαζί με τα ποτά-μπόμπες και τους άθλιους τραγουδιστές είναι και το… ακριβότερο μαγαζί στην πόλη;» – «Εντάξει», παραδέχτηκε ο Τζορτζ, «τόσο πρωτότυποι δεν είμαστε».

Ωστόσο, για να μην αδικούμε τον Τζορτζ και τους Λονδρέζους, σε άλλους τομείς, όπως στον τομέα του αθλητισμού, είναι τόσο πρωτότυποι και περισσότερο. Ακόμη και στη Μεγάλη Βρετανία ένας ποδοσφαιριστής αποτιμάται πιο ακριβά από έναν καθηγητή μοριακής βιολογίας. Το παράδοξο φαινόμενο – στα όρια της διαστροφής – έχει να κάνει με την ελεύθερη αγορά και τη διαβόητη αυτορρύθμισή της: η ίδια η αγορά αποφασίζει πόσο ζυγίζει ο καθένας μας σε χρυσάφι, αναλόγως με το πόσο (θεωρεί ότι) έχει ανάγκη το είδος των υπηρεσιών που είμαστε σε θέση να προσφέρουμε ή με το ύψος των κερδών που (προσδοκά ότι) θα αποκομίσει από το είδος των υπηρεσιών μας. Το ωμό απόφθεγμα «του τα δίνουμε, επειδή μας τα φέρνει» είναι πλέον αποδεκτό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Το σκληρό μάθημα που αντλούμε από αυτή την αλήθεια είναι πως η πραγματική αξία – η αξία στην καθαρή, την πλατωνική της μορφή – ελάχιστη σημασία έχει στον πραγματικό κόσμο. Η μηχανή λαδώνεται, παίρνει μπρος και δουλεύει με εμμονές κι αυταπάτες.

Δεν ήθελα να σας το αποκαλύψω τόσο νωρίς, αλλά είμαι υποχρεωμένος να παραδεχτώ ότι κάπου εδώ βρίσκεται και το μυστικό της επιτυχίας του εθνικισμού, του δικού μας, του εγχώριου εθνικισμού, καθώς και όλων των εθνικισμών της υφηλίου. Εάν, χάριν παιδιάς, αποκρύψουμε από μια ομάδα εθελοντών την εθνική ταυτότητα ή τα φυλετικά εμφανισιακά χαρακτηριστικά μιας σειράς προσώπων και παρουσιάσουμε μονάχα – στεγνά, που λένε – τα βιογραφικά τους, θα καταλήξουμε σ’ ένα συμπέρασμα που δεν θα δυσκολευόταν να το κατανοήσει κι ένα νήπιο: όλα τα έθνη αποτελούνται από γενναίους, δειλούς, ευφυείς, ηλίθιους, ταπεινούς, αλαζόνες, εργατικούς, κηφήνες, νομοταγείς, εγκληματίες, ενάρετους, φαύλους, ταλαντούχους, ατάλαντους κ.ο.κ. Για να το θέσουμε και με αρνητικό πρόσημο: κανένα έθνος δεν κατέχει το μονοπώλιο των γενναίων, των δειλών, των ευφυών, των ηλιθίων κ.ο.κ. Εάν λοιπόν ο εθνικισμός καθαυτός δεν προσδίδει τίποτε στην αξία ή στην απαξία μας, δεν μας κάνει ούτε κατ’ ελάχιστον καλύτερους ή χειρότερους ανθρώπους, γιατί θεωρείται από εκατοντάδες εκατομμύρια ως αγαθό ανεκτίμητο; Γιατί διαχρονικά ο εθνικισμός πουλάει;

Πατριωτισμός

Ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω, ο ιρλανδός νομπελίστας συγγραφέας που δεν τσιγκουνευόταν στις ρήσεις του το βιτριόλι, είχε πιάσει ευθύς εξαρχής τον ταύρο από τα κέρατα. «Πατριωτισμός», είχε αποφανθεί, «είναι η πεποίθηση πως αυτή η χώρα είναι ανώτερη από όλες τις άλλες επειδή γεννήθηκες εσύ σ’ αυτή». – «Πατριωτισμός», διευκρίνιζε – ή, εάν προτιμάτε, επιδιόρθωνε – ο Σαρλ ντε Γκωλ, «είναι όταν η αγάπη για τους δικούς σου ανθρώπους έρχεται πρώτη· εθνικισμός είναι όταν το μίσος για τους άλλους έρχεται πρώτο». Και στην περίπτωση του Ιρλανδού και στην περίπτωση του Γάλλου παρατηρούμε ότι το λίκνο του εθνικισμού δεν είναι παρά ένα σκέρτσο της τύχης, μια ζαριά του κισμέτ: οι δικοί μου άνθρωποι, η δική μου πατρίδα. Ιδίως όποιος έχει γεννηθεί σε κάποια παραμεθόριο περιοχή, δεν μπορεί να μην έχει μπει έστω και μια φορά στον πειρασμό να διανοηθεί τι θα γινόταν εάν είχε γεννηθεί λίγες εκατοντάδες μέτρα βορειότερα ή νοτιότερα, δυτικότερα ή ανατολικότερα – εάν αυτή η μικρή, η αδιόρατη γεωγραφική μετατόπιση μετακινούσε αμετάκλητα τους δικούς του ανθρώπους και τη δική του πατρίδα. Το σημαντικότερο; Εάν άλλαζε άρδην και το περιεχόμενο των εθνικών μύθων που θα όφειλε δια βίου να υπερασπιστεί.

Όλα τα έθνη του κόσμου νιώθουν την ανάγκη να οικοδομήσουν την εθνική τους μυθολογία – κυρίως για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα: πώς και συμβαίνει ένα τόσο ξεχωριστό και περιούσιο έθνος να έχει και τις μαύρες του κηλίδες, να έχει περάσει από – μακροχρόνιες ενίοτε – περιόδους παρακμής ή να έχει υποστεί ατιμωτικές ήττες; Προκειμένου να καλύψουν αυτή την ανάγκη, οι διαχειριστές των εθνικών μύθων προσφεύγουν και σε απίθανα ηλίθιες θεωρίες.

Εμείς, λόγου χάριν, μέχρι πρόσφατα είχαμε τηλεπωλητές στα κανάλια μας (ορισμένοι σταδιοδρόμησαν και στην πολιτική σκηνή) που ισχυρίζονταν σοβαρά, χωρίς να τους πιάνουν σπασμοί από τα νευρικά γέλια, ότι ένα έθνος ξεχωριστό και περιούσιο, όπως το ελληνικό, δεν μπορεί παρά να έχει… εξωγήινη προέλευση. Οι σύγχρονοι Τούρκοι, από την άλλη, τον καιρό της δικής τους εθνογένεσης – στα χρόνια του Μεσοπόλεμου – δίδασκαν στα δικά τους σχολεία ότι η πρώτη γλώσσα που μίλησε το ανθρώπινο γένος ήταν η… τουρκική (ναι, ούτε οι Τούρκοι πέθαιναν ξεκαρδισμένοι).

Ο Χίτλερ, εκτός από τη ρητή του επιθυμία να «κλέψει τον σοσιαλισμό από τους σοσιαλιστές» – εξού και το τερατώδες υβρίδιο του εθνικοσοσιαλισμού – έλυσε τον γρίφο της ανεξήγητης ήττας των Γερμανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την «πισώπλατη μαχαιριά του Νοέμβρη» και δράστη – ποιον άλλον; – τον «Αιώνιο Εβραίο». Γενικώς, όλα τα έθνη θεωρούσαν ανέκαθεν τους προδότες ως τους ιδανικούς αποδιοπομπαίους τράγους. Θέλει κι ερώτημα; Μονάχα ένας τρόπος υπάρχει για να νικήσεις ένα έθνος ανίκητο: μπαμπέσικα.

Καλοπροαίρετα θα μπορούσαμε να δεχτούμε ότι το να μένει ένα έθνος πεισματικά αγκιστρωμένο στις περιόδους της αίγλης του και να αγνοεί επιδεικτικά της περιόδους της κατάπτωσής του δεν προξενεί μεγαλύτερη ζημιά από το να γαλουχείς ένα παιδί με παραμύθια. Πόσο κακό πια να του κάνουν; Υπάρχει όμως μια ηχηρή ένσταση εν προκειμένω. Εάν περιορίσεις την εκπαίδευση ενός έθνους στα παραμύθια – ή σε μια σειρά από επιλεκτικές αλήθειες, που είναι ισοδύναμες με παραμύθια – το καταδικάζεις να μην ενηλικιωθεί ποτέ και να δέχεται τις καρπαζιές της Ιστορίας «πάντα ευκολόπιστο και πάντα προδομένο». Και αυτή – εδώ δεν θα διαφωνήσουμε – είναι η χειρότερη υπηρεσία που μπορείς να προσφέρεις σ’ ένα έθνος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο