Έως και διπλάσιες σε σχέση με την ισχύουσα πάγια ρύθμιση θα γίνουν οι δόσεις εξόφλησης βεβαιωμένων χρεών στην εφορία από την 1η Ιανουαρίου του 2020.

Ωστόσο, παρόλο που η ίδια η αύξηση των δόσεων είναι θετική εξέλιξη για τους οφειλέτες, θα επιφέρει ταυτόχρονη αύξηση του χρέους τους καθώς το επιτόκιο θα αυξάνεται παράλληλα με το πλήθος των δόσεων.

Μάλιστα, αν ο φόρος προέρχεται από έκτακτη αιτία, όπως είναι μια κληρονομιά ή κατόπιν ελέγχου, το μέγιστο πλήθος των δόσεων θα προκύπτει με βάση εισοδηματικά κριτήρια.

Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο φορολογικό νομοσχέδιο το οποίο, εκτός απροόπτου, αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή την ερχόμενη εβδομάδα και συνθέτουν ένα νέο σκηνικό, το οποίο θα ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2020 και μετά (για «φρέσκα» χρέη) υπό μορφή πάγιας ρύθμισης.

Περισσότερες δόσεις

Οι οφειλές που βεβαιώνονται από την 1-1-2020, μετά από αίτηση που υποβάλλεται πριν ή μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους, ρυθμίζονται και καταβάλλονται σε έως 24 μηνιαίες δόσεις για τακτικές οφειλές (φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ κ.λπ.) και σε έως 48 μηνιαίες δόσεις, εφόσον πρόκειται για οφειλές που βεβαιώνονται από φόρο κληρονομιών, από φορολογικό και τελωνειακό έλεγχο, καθώς και για μη φορολογικές και τελωνειακές οφειλές. Η ελάχιστη μηνιαία δόση ανέρχεται σε 30 ευρώ.

 

Εισοδηματικά κριτήρια

Ο αριθμός των δόσεων της ρύθμισης για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως 48 δόσεις καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης των 30 ευρώ. Ειδικότερα για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα, με βάση:

– τον μέσο όρο του συνολικού εισοδήματός τους (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) κατά τα τελευταία τρία φορολογικά έτη πριν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση για τα οποία έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, ή

– το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, για το οποίο έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο.

Πώς υπολογίζονται οι δόσεις

Το συνολικό εισόδημα πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή ως εξής:

– 4% για εισόδημα από 0,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ

– 6% από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ

– 8% από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ

– 10% από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ

– 12% από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ

– 15% από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ

– 20% από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ

– 25% πάνω από 100.000 ευρώ.

Οι συντελεστές μειώνονται ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων του οφειλέτη, κατά 1 εκατοστιαία μονάδα για ένα παιδί, κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες για δύο παιδιά και κατά 3 μονάδες για τρία παιδιά και άνω.

Στη συνέχεια, το άθροισμα των γινομένων του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής. Ο αριθμός των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης.

Αν για παράδειγμα ένας φορολογούμενος χωρίς παιδιά έχει εισόδημα 15.000 ευρώ και θέλει να βάλει σε έως 48 δόσεις, φόρο κληρονομιάς συνολικού ύψους 1.000 ευρώ. Το πλήθος των δόσεων υπολογίζεται ως εξής: 15.000 ευρώ ( το εισόδημα) *4% συντελεστής= 600 ευρώ (τοn χρόνο, η δυνατότητα αποπληρωμής).

Στη συνέχεια, η ετήσια δυνατότητα αποπληρωμής των 600 ευρώ διαιρείται με 12 για να προκύψει η μηνιαία δόση (600/12 =50). Προκύπτει 50 ευρώ τοn μήνα. Ο φορολογούμενος χρωστά 1.000 ευρώ και θα δίνει 50 ευρώ για 20 μήνες ( 1.000 ευρώ δια 50 ευρώ). Θα επιβαρυνθεί όμως με αυξημένο επιτόκιο 6,5%, διότι οι υπό κατάθεση διατάξεις ορίζουν «πέναλτι» τόκου για περισσότερες από 12 δόσεις (τόκος 5%).

Πώς ανεβαίνει το επιτόκιο

Για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως 12 δόσεις, ο τόκος υπολογίζεται με βάση το τελευταίο δημοσιευμένο μέσο ετήσιο επιτόκιο δανείων σε ευρώ χωρίς καθορισμένη διάρκεια αλληλόχρεων λογαριασμών που χορηγούνται από όλα τα Πιστωτικά Ιδρύματα στην Ελλάδα σε μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτό δημοσιεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, πλέον 0,25%. Το επιτόκιο αυτό ανέρχεται σήμερα σε 5%. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε περισσότερες από 12 μηνιαίες δόσεις, το επιτόκιο προσαυξάνεται κατά 1,5% και με βάση τα σημερινά δεδομένα διαμορφώνεται στο 6,5%.

Δεύτερη ευκαιρία

Σε περίπτωση απώλειας και υπαγωγής των ίδιων οφειλών στη ρύθμιση για δεύτερη φορά από τον ίδιο οφειλέτη, το επιτόκιο προσαυξάνεται κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα, ακόμα και εάν οι δόσεις είναι λιγότερες από 12.